Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Αρχαία ελληνική λογοτεχνία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αυτό το άρθρο χρειάζεται επιμέλεια ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές ορθογραφικής και συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.

Σημείωση: Πολλές φορές τα κείμενα στα οποία βρίσκεται αυτό το πρότυπο, παραβιάζουν πνευματικά δικαιώματα. Κάντε ένα σχετικό έλεγχο πριν ξεκινήσετε την επιμέλεια, αφού είναι πιθανό να διαγραφεί. Μετά την επιμέλεια του άρθρου, είστε ελεύθεροι να διαγράψετε αυτή την επισήμανση. Για περαιτέρω βοήθεια, δείτε τα άρθρα Πώς να επεξεργαστείτε μια σελίδα και Βικιπαίδεια:Οδηγός μορφοποίησης άρθρων.

Πίνακας περιεχομένων

Αρχαία Ελληνική Λογοτεχνία

Αντικείμενο της αρχαίας ελληνικής φιλολογικής επιστήμης είναι η πνευματική έκφραση με τον έντεχνο λόγο του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

Αρχίζει από τα πρώτα γραπτά μνημεία του ελληνικού αλφαβήτου, τις επιγραφές του 8ου ή 9ου αιώνα π.Χ. και φτάνει ως την εμφάνιση της χριστιανικής λογοτεχνίας. Ορισμένοι περιλαμβάνουν και τη χριστιανική λογοτεχνία στην αρχαία, που φθάνει έτσι ως τον Ιουστινιανό, όμως αυτό δεν είναι σωστό γιατί η λογοτεχνία που δημιουργήθηκε στην Ανατολή στην ελληνική γλώσσα είναι περισσότερο οργανικά συνδεμένη με το Βυζάντιο.

Πρόσφατα με την αποκρυπτογράφηση των συλλαβογραφικών σημείων, με τα οποία γραφόταν η ελληνική γλώσσα πριν τον 8ο αιώνα π.Χ., διερευνήθηκαν τα όριά της κατά πολύ προς τα πίσω, όμως αυτό δεν έχει καμιά σημασία για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, γιατί οι πινακίδες δεν έχουν καθόλου λογοτεχνικό χαρακτήρα.

Την αρχαία ελληνική λογοτεχνία χωρίζουμε συνήθως σε 4 περιόδους:

  • Την αρχαϊκή περίοδο. Αρχίζει από τα μυθικά χρόνια και τελειώνει με τους μηδικούς πολέμους.
  • Την κλασική περίοδο. Αρχίζει από τους μηδικούς πολέμους και τελειώνει με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
  • Την αλεξανδρινή περίοδο. Αρχίζει με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και φτάνει ως τον αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο, δηλ. την ίδρυση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
  • Την αυτοκρατορική περίοδο. Αρχίζει με την ίδρυση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τελειώνει με το χωρισμό της σε Δυτικό και Ανατολικό κράτος.

Ο Επικός κύκλος-Το ηρωϊκό έπος

Όπως ακριβώς στη νέα ελληνική λογοτεχνία έτσι και στην αρχαία, το πρώτο μνημείο του έντεχνου λόγου είναι επικό. Τα έπη του Ομήρου παρουσιάζουν τέτοιαν αισθητική τελειότητα και τόσο μεγάλη τεχνική επεξεργασία, που μας γεννούν τη βάσιμη υπόθεση πως αποτελούν το κορύφωμα μιας λαμπρής πνευματικής παραγωγής, η οποία χάθηκε.

Η "Ιλιάδα" και η "Οδύσσεια" αποτελούν μέρη της σειράς των ποιημάτων του επικού κύκλου, για τον οποίο μας δίνει πληροφορίες ο Πρόκλος ο Νεοπλατωνικός στις περιλήψεις του της "Χρηστομαθείας γραμματικής".

Από τις πληροφορίες αυτές και από άλλες πηγές βγάζουμε τους τίτλους και το περιεχόμενο των ποιημάτων του επικού κύκλου. Είναι:

  • "Τιτανομαχία". Ποιητής της φέρεται ο Αρκτίνος ο Μιλήσιος ή ο Εύμηλος ο Κορίνθιος. Περιεχόμενό της η θεογονία και η σύγκρουση των θεών ως την εγκατάσταση του Δία, ο οποίος έχει άμεση σχέση με τους Τιτάνες.
  • Οιδιπόδεια". Ποιητής της φέρεται ο Κιναίθωνας ο Λακεδαιμόνιος. Περιεχόμενό της η τραγική περιπέτεια του Οιδίποδα, ο οποίος φόνευσε τον πατέρα του και πήρε γυναίκα τη μάνα του χωρίς να το ξέρει.
  • "Θηβαΐδα". Την απέδιδαν στον ΄Ομηρο. Περιεχόμενό της η συνέχεια του μύθου του Οιδίποδα. Ο μικρότερος γιος του Ετεοκλής γίνεται βασιλιάς των Θηβών. Ο μεγαλύτερος Πολυνείκης καταφεύγει στο Άργος, όπου νυμφεύεται την κόρη του Αδράστου και μαζεύει στρατό, με τον οποίο βαδίζει κατά των Θηβών. Η εκστρατεία αποτυχαίνει. Φονεύονται οι επτά αρχηγοί της, καθώς και τα δύο αδέλφια.
  • "Επίγονοι". Κατά τον Ηρόδοτο (4, 32) ποιητής τους είναι ο Όμηρος. Ο Σχολιαστής της "Ειρήνης" του Αριστοφάνη (1270) το απέδιδε στον Αντίμαχο τον Κολοφώνιο. Συνεχίζει το μύθο των επτά επί Θήβαις. Οι γιοι των επτά αρχηγών εκστρατεύουν πάλι εναντίον των Θηβών. Κυριεύουν και λεηλατούν την πόλη.
  • "Κύπρια έπη". Ποιητής τους φέρεται ο Στασίνος ή ο Ηγησίας ή Ηγησίνος. Πιθανότερος φαίνεται ο πρώτος. Καλύπτουν το χρόνο πριν από την Τρωική εκστρατεία, την ίδια την εκστρατεία και τα εννιά χρόνια του πολέμου μέχρι την αρχή της "Ιλιάδας".
  • "Ιλιάδα". Γι' αυτήν βλ. παρακάτω.
  • "Αιθιοπίδα". Ποιητής της θεωρείται ο Αρκτίνος ο Μιλήσιος. Αποτελείται από πέντε βιβλία και είναι συνέχεια της "Ιλιάδας".
  • "Μικρά Ιλιάς". Ποιητής της θεωρείται ο Λέσχης ο Μυτιληναίος. Αποτελείται από τέσσερα βιβλία, στα οποία περιγράφεται η "όπλων κρίσις" (η απόφαση για τα όπλα του Αχιλλέα, που επιδικάζονται κατά την επιθυμία της Αθηνάς στον Οδυσσέα), τα μετέπειτα γεγονότα και η κατασκευή του δούρειου ίππου, με τον οποίον οι Αχαιοί μπαίνουν στην Τροία.
  • "Ιλίου πέρσις". Ποιητής της θεωρείται ο Αρκτίνος ο Μιλήσιος. Αποτελείται από δυο βιβλία. Περιεχόμενό της η κατάληψη της Τροίας και η προετοιμασία των Αχαιών για να γυρίσουν στην Ελλάδα.
  • "Νόστοι". Ποιητής τους είναι ο Αγίας ο Τροιζήνιος. Αποτελείται από πέντε βιβλία, με θέμα τις περιπέτειες των ηρώων, την επιστροφή τους και τη μετέπειτα τύχη τους.
  • "Οδύσσεια". Γι' αυτήν βλ. παρακάτω.
  • "Τηλεγόνεια""Τηλεγονία" ή "Θεσπρωτίδα"). Ποιητής της είναι ο Ευγάμωνας ο Κυρηναίος ή ο Κιναίθωνας ο Λακεδαιμόνιος. Αποτελείται από δυο βιβλία με θέμα τους μνηστήρες της Πηνελόπης και τις κατοπινές περιπέτειες του Οδυσσέα.

Η "Ιλιάδα" . Η διαίρεσή της σε 24 ραψωδίες έγινε αργότερα. Η "Ιλιάδα" αναφέρεται σε γεγονότα, που συνέβησαν σε διάστημα 51 ημερών. Αρχίζει με τη "μήνιν" του Αχιλλέα, από τον οποίο πήραν, με διαταγή του Αγαμέμνονα, τη Βρισηίδα. Ο ήρωας αποσύρεται οργισμένος στη σκηνή του και οι μάχες γίνονται χωρίς αυτόν. Τα αντίπαλα στρατόπεδα αποφασίζουν να τερματίσουν τον πόλεμο με μονομαχία ανάμεσα στο Μενέλαο και στον Πάρη. Την ώρα που πρόκειται να ηττηθεί ο Πάρης από το Μενέλαο, τον αρπάζει η Αφροδίτη.

Ο πόλεμος αρχίζει ξανά και τελειώνει με υπεροχή των Τρώων. Ο Οδυσσέας μάταια παρακαλεί τον οργισμένο Αχιλλέα να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης. Ύστερα από την κεραυνοβόλα διείσδυση στις εχθρικές γραμμές του Οδυσσέα και του Διομήδη, η μάχη γίνεται σφοδρότερη. Οι Τρώες κυριεύουν τον προμαχώνα, εισβάλλουν στο στρατόπεδο των Ελλήνων και φθάνουν στα πλοία.

Ο σύντροφος του Αχιλλέα Πάτροκλος παίρνει την πανοπλία του φίλου του και αντεπιτίθεται. Κατά τη διάρκεια της μάχης φονεύεται από τον Έκτορα. Ο Αχιλλέας συμφιλιώνεται τότε με τους Έλληνες αρχηγούς, φορεί την πανοπλία που του κατασκεύασε ο Ήφαιστος, ύστερα από παράκληση της Θέτιδας, και μπαίνει επικεφαλής του στρατού των Αχαιών και φονεύει τον Έκτορα, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για το θάνατο του Πατρόκλου. Ο γερο-Πρίαμος φθάνει, για να παρακαλέσει τον Αχιλλέα να του επιστρέψει το πτώμα του γιου του Έκτορα. Το έπος τελειώνει με την περιγραφή της οδύνης των Τρώων για το θάνατο του Έκτορα.

Η '"Οδύσσεια" αρχίζει με το τέλος της πολιορκίας της Τροίας, φθάνει ως την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη και περιγράφει τις περιπέτειες του ήρωα αποτελείται από τρία μέρη:

  • Την "Τηλεμάχεια" (ραψωδίες α- δ). Ο γιος του Οδυσσέα Τηλέμαχος φθάνει στην Πύλο στο Νέστορα και ύστερα πηγαίνει στη Λακεδαίμονα στο Μενέλαο, για να ζητήσει πληροφορίες για τον πατέρα του.
  • Την επιστροφή του Οδυσσέα (ραψωδίες ε- ν). Ο Οδυσσέας βρίσκεται από καιρό στο νησί της Καλυψώς ερωτευμένος με τη θεά, επιθυμώντας όμως πάντα να γυρίσει στο νησί του. Κάποτε αναχωρεί, αλλά μεγάλη τρικυμία τον ρίχνει στο νησί των Φαιάκων. Εκεί συναντά την κόρη του βασιλιά Αλκίνοου, Ναυσικά. Ο Αλκίνοος τον προσκαλεί να διηγηθεί τις περιπέτειές του και κείνος αφηγείται τη συνάντησή του με τους Κίκονες, τους Λωτοφάγους, τους Λαιστριγόνες και τη μάγισσα Κίρκη, η οποία μεταμόρφωσε πολλούς συντρόφους του σε χοίρους. Αφηγείται επίσης τις περιπέτειές του στη χώρα των Κιμμερίων, όπου συμβουλεύτηκε το μαντείο των νεκρών, στη θάλασσα των Σειρήνων, στο νησί του Ήλιου και στο νησί της Καλυψώς. Όταν τελείωσε τη διήγησή του, οδηγήθηκε στο νησί του με το πλοίο των Φαιάκων.
  • Την εξόντωση των μνηστήρων και τη ρύθμιση των πραγμάτων του βασιλείου του.

Καταγραφή των ομηρικών επών από τον Πεισίστρατο

Η νεότερη επιστημονική έρευνα κατέδειξε ότι η γλώσσα των ομηρικών επών δεν είναι η παλιά Ιάς, όπως πίστευαν μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα οι φιλόλογοι και οι γραμματικοί, αλλά μια γλώσσα λογοτεχνική, που ποτέ δε λαλήθηκε και δεν είναι δυνατό να καταταχθεί σε καμιά από τις αρχαίες διαλέκτους.

Ωστόσο υπάρχουν και σύγχρονοι μελετητές, όπως ο Ed. Meyer, που υποστηρίζουν ότι η γλώσσα των επών είναι ένα είδος πρωτοελληνικής γλώσσας, προβαθμίδας της ιωνικής - αττικής.

Σύμφωνα με τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα, η επική γλώσσα περιέχει στοιχεία, που δημιουργήθηκαν για το έπος και υπήρξαν μόνο σε αυτό και ακόμη στοιχεία αρχαία ανάμικτα με νεωτεριστικά και στοιχεία αιολικά, ιωνικά, αττικά, που οφείλονται στις περιπέτειες της παράδοσης του έπους.

Όλα αυτά οδηγούν στην υπόθεση ότι η αρχική γλώσσα των επών ήταν η αιολική. Όταν αργότερα οι Ίωνες τέθηκαν επικεφαλής του πνευματικού βίου των αρχαίων Ελλήνων, τα έπη εξιωνίστηκαν από τους Ίωνες αοιδούς. Και μετά, όταν καταγράφηκαν στην Αθήνα, δέχθηκαν πολλούς αττικισμούς. Έτσι εξηγείται η παρουσία αττικών στοιχείων στην επική γλώσσα.

Η καταγραφή του κειμένου της Ιλιάδας έγινε επί Πεισιστράτου (560-527). Σχετικά ο Κικέρων μαρτυρεί: "Πρώτος ο Πεισίστρατος κατέταξε τα βιβλία του Ομήρου στη σειρά, που τα έχομε σήμερα πριν ήταν συγκεχυμένα".

Όπως μας πληροφορεί σε κάποιο σχόλιό του ο βυζαντινός γραμματικός Ιωάννης Τζέτζης, τέσσερις λόγιοι είχαν βοηθήσει τον Πεισίστρατο για την καταγραφή των Ομηρικών επών. Οι τρεις από αυτούς ήταν ο Αθηναίος Ονομάκριτος, ο οποίος κατά τον Ηρόδοτο (VΙΙ, 6) παρατηρήθηκε από το μουσικό Λάσο τον Ερμιονέα να παρεμβάλλει στίχους στα ποιήματα του Μουσαίου, ο Ζώπυρος από την Ηράκλεια και ο Ορφεύς από τον Κρότωνα. Το όνομα του τετάρτου λογίου παραδίδεται εσφαλμένα.

Η ενέργεια του Πεισιστράτου για τη διάσωση των ομηρικών επών συνδέεται με την προσπάθεια του φιλότεχνου αυτού τύραννου της Αθήνας για την ίδρυση βιβλιοθήκης και τη διάταξη, που επιχείρησε ο γιος του Ίππαρχος, των ραψωδιών της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

Τον 1ο π.Χ. αιώνα διατυπώθηκε η θεωρία ότι ο Όμηρος είχε συνθέσει τμηματικά τα ποιήματά του, τα οποία συγκεντρώθηκαν και καταγράφτηκαν με τη σημερινή τους μορφή στην αθηναϊκή έκδοση του Πεισιστράτου. Όμως κανείς δε βρέθηκε να αμφισβητήσει την ύπαρξη του Ομήρου.

Στα νεότερα χρόνια το ομηρικό πρόβλημα πήρε μεγάλη έκταση. Βρέθηκαν μάλιστα ερευνητές, που υποστήριξαν ότι ο Όμηρος ουδέποτε υπήρξε. Ιδιαίτερα ο Friedrich August Wolf (1795) αρνήθηκε την ύπαρξη του Ομήρου, φέρνοντας ως επιχειρήματα την έλλειψη γραφής στην ομηρική εποχή, τις περιπέτειες της παράδοσης του κειμένου των επών και τη "διόρθωση" του Πεισιστράτου, ο οποίος κατά τον Wolf συνένωσε τις ομηρικές ραψωδίες και τις κατέγραψε με τη μορφή, με την οποία γνωρίζουμε.

Σήμερα, πάντως η πατρότητα των ομηρικών ποιημάτων έχει αποκατασταθεί και η φιλολογική επιστήμη αναγνωρίζει ότι ο Όμηρος υπήρξε ο ποιητής και της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Και, όπως γράφουμε παραπάνω, όταν καταγράφτηκαν τα έπη στην Αθήνα, παρεισέφρυσε σε αυτά πλήθος αττικισμών.

Στον Όμηρο αποδίδονται κ.ά έργα, όπως οι "Ομηρικοί Ύμνοι", η "Βατραχομυομαχία", η "Οιχαλίας άλωσις", τα "Κύπρια" κ.λπ.

Οι "Ύμνοι" (ή "Προοίμια") 34 τον αριθμό είναι γραμμένοι σε εξάμετρο και κάθε ένας υμνεί και ένα θεό (Δήμητρα, Αφροδίτη, Ερμή, Απόλλωνα κ.λπ.).

Σήμερα η φιλολογική επιστήμη τοποθετεί τον ΄Ομηρο ανάμεσα στον 9ο και 7ο αιώνα π.Χ. και του αμφισβητεί την πατρότητα των ύμνων.

Η αξία των ομηρικών επών. Θα περίμενε κανένας, τα ομηρικά έπη ως τα πρώτα γνωστά δημιουργήματα του ελληνικού λόγου, να χαρακτηρίζονται από αφέλεια, και να "στερούν" από τα μεγαλόπνοα έργα της λαμπρής κλασικής περιόδου της ελληνικής αρχαιότητας. Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα ποιήματα του Ομήρου, αποτελούν το κορύφωμα μιας σπουδαίας εποχής, της μυκηναϊκής και με αυτά αρχίζει η αρχαϊκή εποχή, που και οι δυο έχουν να επιδείξουν ιδιαίτερα αναπτυγμένη αισθητική στο χώρο τη Τέχνης.

Έτσι τα ομηρικά έπη στη δομή, τη σύλληψη και την εκτέλεση διακρίνονται για την αρτιότητα και την υψηλή τους ποιότητα, ώστε ο Όμηρος δίκαια να θεωρείται όχι μόνο από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαιότητας αλλά να στέκει άφοβα δίπλα στους κορυφαίους εκπροσώπους και των κατοπινών εποχών. Τα έπη του Ομήρου δουλεύτηκαν με τέτοιο τρόπο στο σύνολο και στις λεπτομέρειές τους, που μπορούμε άφοβα να πούμε πως ο ποιητής γνωρίζει τι πρέπει να ειπωθεί, τι να παραλειφθεί, τι ιδιαίτερα να εξαρθεί και τι να υπαινιχθεί, καθώς και τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία, τα οποία προσδίδουν σε ένα έργο το χαρακτήρα της Τέχνης.

Παράλληλα με την ύψηλή τους λογοτεχνική αξία, τα ομηρικά ποιήματα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις άφθονες πληροφορίες, τις οποίες μας παρέχουν για τα γεγονότα και τον πολιτισμό (θρησκεία, ήθη, έθιμα, Τέχνες κλπ. ) των χρόνων, που περιγράφουν, δηλαδή της μυκηναϊκής εποχής. Μαζί με τις πινακίδες της Πύλου είναι οι πιο έγκυροι πληροφοριοδότες μας γι' αυτήν.

Βέβαια, όπως είναι φυσικό, τα έπη του Ομήρου, δημιουργήματα μεταγενέστερης εποχής, έχουν περιλάβει και σύγχρονα στοιχεία της μεταμυκηναϊκής δηλαδή και της πρώιμης γεωμετρικής. Έτσι π.χ. με το να τονίζει ο ποιητής την πολιτική δύναμη του βασιλιά των Μυκηνών και μαζί να προβάλλει την επιρροή, που ασκούν οι μικρότεροι ήρωες στη "βουλή" και ο λαός στις συνελεύσεις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επηρεάζεται χωρίς να το θέλει από τη σύγχρονή του εποχή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν όσα ο Όμηρος αναφέρει για τη στρατιωτική τακτική και τον οπλισμό των μυκηναϊκών χρόνων. Είναι δύσκολο όμως να διακρίνουμε με ακρίβεια τους νεωτερισμούς, που έχει εισαγάγει ο ποιητής.

Είναι βέβαιο ότι κατά τη μυκηναϊκή εποχή γινόταν ενταφιασμός των νεκρών, ενώ στη μεταμυκηναϊκή και την πρώιμη γεωμετρική έκαιγαν τους νεκρούς. Στα ομηρικά έπη συνήθως οι ήρωες καίγονται στην πυρά, αφού προηγουμένως καθαριστούν και θρηνηθούν. Βλέπουμε και εδώ ότι ο ποιητής αποδίδει συνήθειες της εποχής του σε παλιότερή του εποχή.

Ίσως δε θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε ποιό ιστορικό γεγονός κρύβεται πίσω από την Τρωική εκστρατεία. Πάντως οι αρχαίοι δεν αμφέβαλλαν για την ιστορικότητά της. Μάλιστα ο Θουκυδίδης (1, 3- 13), με τη βαρύτητα της ιστορικής του αυστηρότητας υποψιάζεται μόνο ότι ο Όμηρος μεγαλοποίησε, σαν ποιητής που ήταν, κάπως τα πράγματα.

Στα ομηρικά έπη παράλληλα με τους θεούς του Ολύμπου υπάρχουν και άλλες θεότητες, που ίσως αποτελούν παλαιότερες μορφές. Η ομηρική θρησκεία δε γνωρίζει ζωομορφισμό. Οι θεοί λατρεύονται σε ναούς και η υπεροχή του Δία στους άλλους θεούς είναι αναμφισβήτητη. Ο Όμηρος πιστεύει στην ύπαρξη της ψυχής, που μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα εγκαθίσταται στον Άδη. Θυσίες και λατρευτικοί βωμοί αναφέρονται συχνά στα ομηρικά έπη. Ιερείς και μάντεις είναι σεβαστά πρόσωπα με μεγάλη δύναμη. Η μαντική είναι συνηθισμένη. Οι θεοί έχουν ανθρώπινες συνήθειες, τρώνε και πίνουν και γίνονται αντικείμενο θαυμασμού και ευσέβειας των ανθρώπων.

Το διδακτικό έπος

Από το ηρωικό στο διδακτικό έπος

Με τον Ησίοδο περνούμε από το ηρωικό στο διδακτικό έπος. Ήδη η αρχαιότητα μνημόνευε παράλληλα τον Όμηρο και τον Ησίοδο και έλεγαν μάλιστα ότι πήραν μέρος σε κοινό ποιητικό αγώνα. Ο Ηρόδοτος, τέλος, είχε πει ότι δυο επικοί ποιητές ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τους θεούς για τους Έλληνες.

Ανάμεσα όμως στους δυο ποιητές υπάρχουν, κοντά στα συνδετικά στοιχεία, που είναι το μέτρο και η επική γλώσσα, και πολλά διαχωριστικά, όπως είναι το ότι για τον Όμηρο δεν ξέρουμε αρκετά πράγματα, ενώ ο Ησίοδος είναι ο πρώτος Έλληνας ποιητής που έδωσε στο έργο του προσωπικό χαρακτήρα και η μεγάλη απόσταση μεταξύ του πνευματικού κόσμου του ενός και του άλλου που οφείλεται κυρίως στο ιωνικό πνεύμα των ομηρικών ποιημάτων και στην έλλειψη Ιωνικού πνεύματος του Ησιόδου.

Ο Ησίοδος αναμφίβολα γνώριζε τα ομηρικά έπη, που έμαθε από περιπλανώμενους ραψωδούς. Αυτοί του δίδαξαν τα μυστικά του επαγγέλματος και έγινε κι αυτός ραψωδός, όπως φαίνεται από όσα λέγονταν από τον αγώνα των δυο ποιητών, κατά τον οποίο και οι δυο απάγγειλαν ποιήματά τους.

Άλλοι επικοί

Μετά τον Ησίοδο το έπος δε σταματά. Έτσι κατά τους 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. έχουμε και άλλους επικούς ποιητές. Στην Κόρινθο ακμάζει ο Εύμηλος, για τον οποίο λεγόταν ότι ήταν από τη μεγάλη γενιά των Βακχιαδών. Τα "Κορινθιακά" του είναι διήγηση της μυθικής προϊστορίας της γενέτειρας Στην "Τιτανομαχία" του το θαλασσινός θεός Αιγαίωνας εμφανίζεται μαζί με τους Τιτάνες. Για την "Ευρωπία" και τη "Βουγωνία" του δεν έχουμε ειδήσεις. Παραδίδονται δύο εξάμετροι στίχοι σε αιολική διάλεκτο από ένα προσόδιο, που έλεγαν ότι το συνέθεσε για τη γιορτή του Απόλλωνα με προτροπή του βασιλιά της Μεσσηνίας Φιντία.

Η "Φορωνίδα", έργο ανώνυμου συγγραφέα, αναφερόταν στην προϊστορία της Αργολίδας.

Ο Καρκίνος από τη Ναύπακτο συνέθεσε τα "Ναυπακτιακά " που διηγούνταν διάφορα συμβάντα από την αργοναυτική εκστρατεία.

Ο Λακεδαιμόνιος Κιναίθωνας, που ασχολήθηκε με τον Ηρακλή, μας έδωσε ποίηση γενεαλογική. Στην "Ποιητική" του ο Αριστοτέλης επικρίνει τους ποιητές επών, όπως είναι η "Ηρακληίδα" και η "Θησηίδα", γιατί δε μπορούν να διαγράψουν τα σύνορα του θέματός τους.

Άλλοι επικοί ποιητές, για τους οποίους όμως δε γνωρίζομε πολλά πράγματα είναι ο Άσιος, που ασχολήθηκε με το γενεαλογικό, ο Πείσανδρος ποιητής ενός ροδιακού έπους, ο Πεισίνος από τη Λίνδο.

Τελευταίος επικός ποιητής φαίνεται ότι είναι ο Πανυάσης ο Αλικαρνασσεύς, ο οποίος έγραψε την "Ηράκλεια" σε 14 βιβλία. Ο Ηρόδοτος ήταν ανιψιός του Πανυάση.

Η "Ηράκλεια" εγκωμιάστηκε από τους αρχαίους για τη δομή της και ο συγγραφέας της, μαζί με τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Πείσανδρο, και τον Αντίμαχο περιλήφτηκε στον κανόνα των πέντε κλασικών επικών ποιητών.

Τα "Ιωνικά" του Πανυάση πρέπει να αναφέρονταν σε δίστιχα στην ίδρυση των ιωνικών πόλεων.

Ο Φωκυλίδης ο Μιλήσιος συνέχισε τη γνωμική διδασκαλία των Έργων και Ημερών του Ησιόδου. Πιθανώς έζησε στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ.

Τα αποφθέγματά του άρχιζε με τον τύπο: και τόδε Φωκυλιδέω.

Τον πρώτο αιώνα μ.Χ. του απέδωσαν ένα γνωμικό ποίημα σε 230 εξάμετρους στίχους, του οποίου ο συγγραφέας γνώριζε τη Παλαιά Διαθήκη.

Λυρική Ποίηση

Οι αρχαίοι συνήθιζαν να τραγουδούν στις θρησκευτικές τελετές, στη δουλειά και σε άλλες περιπτώσεις. Αναπτύχθηκε έτσι ένας μεγάλος κύκλος λαϊκών τραγουδιών, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται το ροδιακό χελιδόνισμα (παιδιά παρίσταναν τα χελιδόνια και αν κάποιος τους αρνιόταν κάτι, τον απειλούσαν να του πάρουν την πόρτα ή τη νοικοκυρά), επιθαλάμια τραγούδια, από τα οποία επηρεάστηκε η Σαπφώ, κ.ά.

Όπως συμβαίνει και στο έπος, η λυρική ποίηση εμφανίζεται με δημιουργίες υψηλής τέχνης, που γεννούν τη σκέψη ότι πριν από αυτές υπήρχαν πολλές προσπάθειες που χάθηκαν.

Η λυρική ποίηση με την αρχαία έννοια περιλάμβανε τη χορική λυρική ποίηση και το μονωδικό τραγούδι. Δεν ανήκαν σε αυτήν η ελεγεία και ο ίαμβος. Αυτό οφείλεται στο ότι τα δυο αυτά είδη έπαψαν από νωρίς να τραγουδιούνται, ενώ η λυρική ποίηση που για τους αρχαίους σήμαινε μελική, ήθελε τραγούδημα.

Την ελεγεία συνόδευε ο αυλός, που την απέκλειε από τη λυρική ποίηση, ενώ για τον ίαμβο ο Αθηναίος αναφέρει έγχορδα όργανα συνοδείας, όπως η ιαμβύκη και ο κλεψίαμβος.

Επειδή οι αρχαίες διαιρέσεις της λυρικής ποίησης είναι ολωσδιόλου επιφανειακές, τη χωρίζουμε σήμερα σε τρία είδη:

  • την ελεγεία
  • τον ίαμβο και
  • τη μελική ποίηση.

Η ελεγεία

Για πρώτη φορά τη λέξη ελεγείον συναντούμε στον Κριτία τον 5ο αιώνα π.Χ. ως χαρακτηρισμό του πενταμέτρου, που αποτελείται από δύο ημιστίχια σε δακτυλικό εξάμετρο κομμένα στην πενθιμιμερή τομή και τοποθετημένα στη σειρά, ώστε να αποτελούν ένα στίχο. Με τον εξάμετρο στίχο, που προηγείται, κάνουν τη στροφή του ελεγειακού δίστιχου.

Ο Ευριπίδης συχνά αναφέρει τη λέξη έλεγος με τη σημασία θρήνος. Γι' αυτό και δεν πρέπει να μας ξενίζουν οι πληροφορίες των αρχαίων που θεωρούν το νεκρικό θρήνο είδος της ελεγείας.

Αντιπρόσωποι του ελεγειακού έπους είναι οι Καλλίνος ο Εφέσιος, ο Τυρταίος, ο Μίμνερμος ο Κολοφώνιος, ο Σόλων ο Αθηναίος, ο Θέογνις ο Μεγαρεύς.

Ο Οράτιος στην "Ποιητική Τέχνη" (Ars Poetia) αναφέρει τη φιλονικία των γραμματικών για το δημιουργό της ελεγείας που έμεινε χωρίς αποτέλεσμα.

Το Επίγραμμα

Με το αρχαίο επίγραμμα συνδέεται ιδιαίτερα ο Σιμωνίδης ο Κείος, ο οποίος και διέπρεψε στο είδος αυτό της λυρικής ποίησης.

Ο Ίαμβος

Οι αρχαίοι όπως είναι γνωστό, χρησιμοποιούν στη λατρεία της γονιμότητας την ξεδιάντροπη βωμολοχία και τις πιο άσεμνες επιδείξεις για την αποτροπή του κακού. Η υψωμένη αυτή αισχρολογία χρησιμοποιούσε ως μέσο έκφρασης τον ίαμβο και γι' αυτό η σύνθεση ιάμβων ισοδυναμούσε με την πράξη του "υβρίζειν".

Κατά τον Αριστοτέλη η χρήση αυτή του ιάμβου οφείλεται στη συγγένειά του με τον κοινό λόγο.

Στις γιορτές προς τιμήν της Δήμητρας η υπηρέτριά της Ιάμβη με τα αστεία και τα καμώματά της ψυχαγωγεί τη θεά. Βλέπει κανείς στη μορφή της το ρόλο της χρησιμοποίησης των σκωπτικών λόγων στη λατρεία.

Ο Αρχίλοχος ο Πάριος από τη λατρευτική αυτή παράδοση δημιούργησε τον ίαμβο, ως τύπο υψηλής τέχνης, χωρίς να τον απομακρύνει από τη φύση του.

Άλλοι ποιητές είναι ο Ιππώναξ ο Εφέσιος και ο Σιμωνίδης ο Αμοργίνος.

Το αιολικό μέλος

Το νησί της Λέσβου υπήρξε η πατρίδα του μέλους. Ο αρχαιότερος γνωστός ποιητής της υπήρξε ο Τέρπανδρος, ο οποίος κατά την παράδοση κατασκεύασε την επτάχορδη κιθάρα και πρώτος χρησιμοποίησε τα μουσικά σημεία.

Λέγεται ότι γυναίκες της Θράκης είχαν ξεσχίσει τον Ορφέα. Το κεφάλι όμως και η λύρα του παρασύρθηκαν από τα κύματα στη Λέσβο, και τα έθαψαν εκεί. Η μουσική φήμη του νησιού θα μεγαλώνει ολοένα και θα δημιουργεί μεγάλη μουσική παράδοση που θα δώσει στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία δύο μεγάλους ποιητές, τη Σαπφώ και τον Αλκαίο.

Ο Τέρπανδρος , ο Αλκαίος ο Μυτιληναίος, η Σαπφώ, ο Ανακρέων είναι οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του αιολικού μέλους.

στ) Εκτός από τους παραπάνω ποιητές, και άλλοι συνέθεσαν μέλη στις δωρικές και αιολικές πόλεις. Ανάμεσά τους και αρκετές ποιήτριες, όπως η Κόριννα από την Τανάγρα, η Τελέσιλλα από το Άργος, η Πράξιλλα από τη Σικυώνα, η Μυρτίς από τη Βοιωτία και η Ήριννα.

Δημοτικά τραγούδια αρχαία σώθηκαν πολύ λίγα. Ήταν ωδές που τραγουδούσαν κατά το άλεσμα του σιταριού, κατά το θερισμό, τον τρυγητό κλπ.

Το δωρικό ή χορικό μέλος

Αντίθετα προς το αιολικό μέλος με τον έντονο προσωπικό χαρακτήρα, το δωρικό ή χορικό δημιουργείται για να συνοδεύσει ένα σπουδαίο γεγονός, μια νίκη, μια γιορτή, μια τελετή (γέννηση, γάμο, θάνατο κλπ.). Τις δύο ονομασίες του οφείλει στη δωρική του διάλεκτο και στο χορό που το συνοδεύει. Όπως είδαμε κάθε ένα από τα λυρικά είδη, τα οποία εξετάσαμε μέχρι τώρα συνδέεται γλωσσικά με τον τόπο της καταγωγής του.

Οι Δωριείς δεν έχουν να επιδείξουν δική τους λογοτεχνία και η μόνη γραπτή διάλεκτος που έχουμε, είναι των Συρακουσών, δωρικής αποικίας, η οποία εξελίχτηκε σε μεγάλο εμπορικό κέντρο, κατοικήθηκε από διαφορετικής προέλευσης πληθυσμό και γι' αυτό δεν κατόρθωσε να διατηρήσει για πολύ το δωρικό χαρακτήρα της στην κοινωνική σύνθεση και την πολιτική διοίκηση.

Εγκαταστάθηκαν τελευταία στην Ελλάδα και δεν είχαν ούτε καλλιτεχνική, ούτε φιλοσοφική, ούτε λογοτεχνική παράδοση για να τη συνεχίσουν.

Σε αντίθεση προς τους Ίωνες και τους Αιολείς, οι Δωριείς ζούσαν ομαδικό βίο και ανήκαν περισσότερο στην πόλη, παρά στον εαυτό τους. Γι' αυτό η δωρική, χορική ποίηση δεν προοριζόταν για ιδιωτικές γιορτές, αλλά για λαϊκές τελετές, απευθυνόταν προς το σύνολο και ήταν γι' αυτό ομαδική ποίηση.

Επειδή ανάμεσα στους Δωριείς δεν υπήρχαν ποιητές, καλούσαν από άλλες φυλές άτομα ικανά με βάση τη δημώδη δωρική ποίηση να συνθέτουν ποιητικά έργα προσαρμοσμένα προς την πρόοδο που είχε σημειώσει η λογοτεχνία στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Ο χαρακτήρας της χορικής ποίησης ήταν θρησκευτικός, γιατί τα δωρικά ποιήματα προορίζονταν για τις μεγάλες πανηγύρεις. Οι ποιητές, τους οποίους μετακαλούσαν οι Δωριείς, δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιήσουν τη γνήσια δωρική διάλεκτο. Γι' αυτό παρατηρούμε στα χορικά μέλη ιωνισμούς, αιολισμούς και άλλους γλωσσικούς τύπους.

Κυριότεροι τέτοιοι ποιητές είναι ο Θαλήτας, ο Αλκμάν, ο Αρίων ο Μηθυμναίος, ο Στησίχορος, ο Ίβυκος , ο Σιμωνίδης ο Κείος, ο Βαχκυλίδης ο Κείος και ο Πίνδαρος

Διθύραμβος

Αττικοί διθυραμβοποιοί

Ο διθύραμβος, το λειτουργικό αυτό άσμα της διονυσιακής λατρείας, εξελίχτηκε στην Αττική σε λαϊκό δράμα. Ήταν ένα από τα πιο αγαπητά ακροάματα των Αθηναίων. Συνοδευόταν με μουσική και η ορχήστρα είχε έναν ή περισσότερους αυλητές.

Παραβάλλεται ο διθύραμβος με το νεότερο μελόδραμα. Όμως πάντοτε στην Αθήνα είχε το χαρακτήρα διδασκαλίας χορού. Αρχικά τον αποτελούσαν χορικά άσματα, με τα οποία ο Φιλόξενος ανέμειξε και μονωδίες, μέλη, που στην αρχή τραγουδούσε ο κορυφαίος του χορού.

Για την ακρόαση των διθυράμβων ο Περικλής ανέγειρε κοντά στο παλιότερο θέατρο του Διονύσου, το Ωδείο, κυκλικό στεγασμένο οικοδόμημα. Εκεί γίνονταν οι μουσικοί αγώνες και ο νικητής διθυραμβοποιός έπαιρνε ως έπαθλο πολυτελέστατο τρίποδα.

Στο διθύραμβο μεγάλη σημασία είχε η μελωδία και το κείμενο της ποιήσεως ήταν προσαρμοσμένο σ' αυτήν. Γι' αυτό δεν είχαν σπουδαία αξία τα κείμενα των διθυράμβων, που χάθηκαν μαζί με τις μελωδίες.

Πληροφορίες και κατάλογος των αττικών λυρικών ποιητών εδώ.

Οι τραγικοί ποιητές πριν τον 5ο π.Χ. αιώνα

Τι ήταν η τραγωδία τον 5ο π.Χ. αιώνα γνωρίζουμε πολύ καλά. Για τον προηγούμενο 6ο αιώνα η φιλολογική επιστήμη αντιμετωπίζει πολλές δυσχέρειες και μόνο υποθέσεις είναι δυνατόν να διατυπωθούν. Ο Albin Lesky γράφει: "Ενώ στην αρχαϊκή εποχή οι ανατολικές και δυτικές χώρες του ελληνικού κόσμου προκάλεσαν ζωηρή κίνηση σε διάφορα πεδία, η μητροπολιτική Ελλάδα έμενε πιο ήσυχη. Εδώ όμως συντελέστηκαν εξελίξεις, που οδήγησαν στην τελειοποίηση των δραματικών μορφών επάνω σε αττικό έδαφος και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για το ευρωπαϊκό δράμα. Αυτές ήταν προϊόντα πλούσιας βλαστήσεως, που δεν τις καταλαβαίνουμε ούτε με τα έργα που σώθηκαν ούτε με όσες σαφείς πληροφορίες έχουμε για τη δράση των ατόμων. Έτσι το πρόβλημα της γενέσεως της τραγωδίας έμεινε από την εποχή της αλεξανδρινής επιστήμης ένα από τα πιο σοβαρά και τα πιο αμφισβητούμενα προβλήματα".

Οι ειδήσεις που έχομε για τον 6ο αιώνα είναι λίγες και πενιχρές. Ο γνωστός τραγικός ποιητής του τέλους του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. αιώνα Φρύνιχος, ο οποίος καταδικάστηκε σε πρόστιμο από τους Αθηναίους για τη λύπη και τη στενοχώρια, που τους προκάλεσε με την τραγωδία του "Μιλήτου άλωσις", δίνει λυρικό τόνο στα δράματά του. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα η τραγωδία είχε περισσότερα λυρικά μέρη από αργότερα. Ο Φρύνιχος, που, κατά το λεξικό της Σούδας, πήρε πρώτο βραβείο το 512 και πάλι το 476, όταν χορηγός ήταν ο Θεμιστοκλής, "πρώτος γυναικείον πρόσωπον εισήγαγεν εν τη σκηνή και ευρέτης του τετραμέτρου εγένετο". Άλλες γνωστές τραγωδίες του είναι: "Αιγύπτιοι", "Ακταίων", "Άλκηστις", "Ανταίος" ή "Λίβυες", "Δίκαιοι" ή "Πέρσαι" ή "Σύνθωκοι", "Δαναΐδες", "Πλευρώνιαι", "Τάνταλος", "Τρόιλος".

Ο Θέσπις, ποιητής που έφτασε στην Αθήνα από το δήμο της Ικαρίας στην Αττική, ο οποίος βρισκόταν βορειότερα από το σημερινό Διόνυσο, όπου ανακαλύφτηκαν ερείπια αρχαιότατου θεάτρου, κατά το Πάριομάρμαρο ανέβασε τραγωδία στα Μεγάλα Διονύσια στην 61η Ολυμπιάδα. Ο ποιητής έβγαινε ο ίδιος στη σκηνή στα διαλείμματα και απάγγελλε προς το κοινό σε αρχαϊκό τετράμετρο για να ξεκουράζει τους χορευτές. Σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας ο Θέσπις έβαφε στην αρχή το πρόσωπό του με ψιμύθιο και ύστερα έκανε τη μάσκα από λινό ύφασμα. Η πληροφορία αυτή δε φαίνεται σωστή, γιατί η μάσκα ανήκει ήδη στην προϊστορία της τραγωδίας. Ο Πολυδεύκης, συγγραφέας των μεταγενεστέρων χρόνων αναγράφει στο "Ονομαστικόν" του: "ελεός δε ήταν στην αρχαιότητα τράπεζα, επάνω στην οποία, πριν τον Θέσπι, αφού ανέβηκε ένας κάποιος, έδινε απαντήσεις στα μέλη του χορού". Πιθανώς λοιπόν επί Θέσπιδος ο ένας αυτός να έγινε ο ορισμένος υποκριτής. Εφ' όσον έχουμε ένα πρόσωπο και χορό, έχουμε διάλογο, έμβρυο της δραματικής ποίησης.

Η Σούδα, πάλι, στη λ. Αρίων αποδίδει στον ποιητή αυτόν, που άκμασε περί το 600 π.Χ. και καταγόταν από την Κόρινθο, την επινόηση του "τραγικού τρόπου". Δεν είμαστε βέβαιοι τί εννοεί. Το ύφος ή τον μουσικό τρόπο, που αργότερα ανήκε σε ένα είδος ποιήσεως, την τραγωδία. Ο βυζαντινός γραμματικός Ιωάννης ο Διάκονος αποδίδει στο Σόλωνα μαρτυρία, κατά την οποία "ο Αρίων συνέθηκε της τραγωδίας το πρώτονεις τον κόσμον δράμα".

Ο Ηρόδοτος (Ε 67) μας πληροφορεί ότι ο τύραννος Κλεισθένης μετέφερε στη Σικυώνα τους "τραγικούς χορούς" σε ανάμνηση των "παθών" (δεινοπαθημάτων) του Αδράστου, για τη λατρεία του Διονύσου. Το λεξικό της Σούδας αναφέρει ότι ο τραγικός ποιητής Επιγένη εισήγαγε στη λατρεία του Διονύσου θέματα άσχετα προς το θεό αυτό.

Στην προκλασική περίοδο της τραγωδίας ανήκουν, δύο ακόμη ποιητές: ο Χοιρίλος και ο Πρατίνας. Ο Χοιρίλος παραμένει τελείως σκοτεινός. Ο Αθηναίος αυτός ποιητής φημολογείται ότι εισήγαγε στο θέατρο τα προσωπεία και τις ενδυμασίες. Πήρε μέρος σε αγώνες με τον Αισχύλο, τον Πρατίνα, το Φρύνιχο και το Σοφοκλή. Το λεξικό της Σούδας ανεβάζει τις τραγωδίες του σε 160 και τις νίκες του σε 13. Του πληθωρικού αυτού συγγραφέα είναι γνωστός ο τίτλος ενός μόνο έργου, της "Αλόπης", όπου δραματοποιούσε έναν αττικό θρύλο. Ο Ποσειδώνας μαζί με την Αλόπη απέκτησε ένα γιο, τον Ιπποθόωντα, που το όνομά του είχε μια φυλή.

Ο Πρατίνας από το Φλειούντα, γιος του Πυρρωνίδη, για τον οποίο έγινε ήδη λόγος στην Αθήνα επιδόθηκε στη δραματική τέχνη και ιδιαίτερα στο σατυρικό δράμα. Το λεξικό της Σούδας αναφέρει ότι πρώτος αυτός έγραψε σατυρικά έργα. Το ίδιο λεξικό μας πληροφορεί ότι ο Πρατίνας έγραψε πενήντα δράματα, από τα οποία τα 32 ήταν σατυρικά και ότι πήρε μέρος σε δραματικούς αγώνες της 70ης Ολυμπιάδας (499- 496 π.Χ.) με ανταγωνιστές τον Αισχύλο και τον Χοιρίλο.

Θεωρείται βέβαιο ότι ο Πρατίνας καθιέρωσε το τέταρτο δράμα κάθε δραματικής τετραλογίας να είναι σατυρικό δράμα.

Από το διθύραμβο στην τραγωδία

Η μαρτυρία του Αριστοτέλη για την αρχή της τραγωδίας: "ύστερα από αυτά, αφού έγινε με αυτοσχεδιασμό τόσο η τραγωδία όσο και η κωμωδία και η μεν τραγωδία από εκείνους, οι οποίοι ήταν επικεφαλής στο διθύραμβο, η δε κωμωδία από εκείνους, οι οποίοι ήταν επικεφαλής των φαλλικών", κατά την οποία η τραγωδία αναπτύχθηκε από το διθύραμβο, μάλλον δε από αυτά που έλεγε αυτοσχεδίως ο επικεφαλής του λυρικού αυτού άσματος, που έσυρε το χορό, στάθηκε σημείο, γύρω από το οποίο χωρίστηκαν οι φιλόλογοι. Για τη στήριξη της θεωρίας του Αριστοτέλη οι ερευνητές φέρνουν τις λέξεις τραγωδία, τραγωδός. Δίδεται η ερμηνεία ότι οι λέξεις αυτές αναφέρονται κατά ένα τρόπο σε μεταμφιεσμένους σατύρους με μορφή τράγου.

Τίποτε όμως δε μαρτυρεί ότι ο διθύραμβος χορευόταν κάποτε από πρόσωπα με περιβολή σατύρου, ούτε ανιχνεύεται δραματικό στοιχείο σε διθύραμβο πριν το Βακχυλίδη, ο οποίος πάντως είναι πολύ μεταγενέστερος της τραγωδίας.

Εξάλλου ο Αριστοτέλης δεν είχε στη διάθεσή του ιστορικό υλικό για να μελετήσει τα σχετικά με την τραγωδία ως τις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα. Τα πρώτα δράματα γράφονταν στην Αθήνα ex tempore και όχι για δημοσίευση. Έτσι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αρχείο των δραμάτων αυτών. Και το ότι δε μας εξηγεί γιατί ο χορός της τραγωδίας διαφέρει από το χορό του διθυράμβου και γιατί κατά κανόνα η τραγωδία πρέπει να έχει οδυνηρό τέλος, αφήνοντάς μας πολλά άλλα ανεξήγητα κενά, οδηγούν στη σκέψη ότι ο Αριστοτέλης έγραψε τα παραπάνω θεωρητικά, από όσα γνώριζε για την τραγωδία και το διθύραμβο των ημερών του.

Το πιο πιθανό είναι ότι πολύ νωρίς, κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα, στις πόλεις της Βόρειας Πελοποννήσου και ιδιαίτερα στην Κόρινθο και τη Σικυώνα έγιναν λυρικά άσματα με περιεχόμενο παρμένο από ηρωικούς θρύλους. Στη Σικυώνα, όπως είδαμε, τα άσματα αυτά συνδέθηκαν με τη λατρεία του θεού Διονύσου. Αργότερα, κατά τον ίδιο αιώνα, ο Θέσπις εισήγαγε στην Αθήνα τον υποκριτή, που έδινε απαντήσεις στο χορό και κυρίως στον κορυφαίο του χορού. Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη μορφή του δράματος.

Στο ίδιο "Περί Ποιητικής" σύγγραμμά του ο Αριστοτέλης μας παρέχει την εξής είδηση: "και το πλήθος των υποκριτών ο Αισχύλος αύξησε και τα του χορού έκανε κατώτερα και το διάλογο ετοίμασε πρωταγωνιστή, τρεις δε υποκριτές και σκηνογραφία εισήγαγε ο Σοφοκλής".

Η εξέλιξη της τραγωδίας κατέστησε τις καινοτομίες τόσο του Αισχύλου όσο και του Σοφοκλή απολύτως αναγκαίες. Στον "Οιδίποδα επί Κολωνώ", τραγωδία των τελευταίων χρόνων του Σοφοκλή, χρειάστηκε να υπάρχουν τέσσερις υποκριτές. Περισσότερους δε γνώρισε η αρχαιότητα. Με τον καιρό αυξάνονταν τα διαλογικά μέρη του δράματος σε βάρος των λυρικών, όμως ποτέ δεν έγινε διδασκαλία χωρίς χορικά.

Η αττική τραγωδία

Η τραγωδία ήταν στην αρχαία Ελλάδα τελετή θρησκευτική. Το χαρακτήρα της δε αυτόν φαίνεται να διατήρησε για πολύν καιρό, αφού στην Αλεξάνδρεια τη βρίσκουμε σε μεταγενέστερα χρόνια να εντάσσεται στη γιορτή του Διόνύσου. Για την Αττική πρέπει να σημειωθεί πως σε αυτήν διαμορφώθηκε και τελειώθηκε το δράμα.

Ο Πεισίστρατος ίδρυσε στην Αθήνα νέο τέμενος στη μεσημβρινή πλαγιά της Ακρόπολης, όπου μετέφερε από τις Ελευθερές, αρχαία πόλη νότια του Κιθαιρώνα στη Βοιωτία, που ανήκε στο δήμο Οινόης της Αττικής και είχε ναό του Διονύσου, το ξόανο του Διονύσου Ελευθερέως. Κοντά στο ναό αυτό δίδαξε έργο ο Θέσπις το 534 π.Χ.

Οι περισσότεροι από τους νεότερους μελετητές παραδέχονται ότι στην Αθήνα δεν υπήρξε σκηνή, παρά μετά τις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα και ότι στην αρχή η διδασκαλία της τραγωδίας γινόταν στην ορχήστρα. Με την αύξηση των θεατών των τραγωδιών, δημιουργήθηκε η ανάγκη κατασκευής ικρίων ώστε να βλέπουν και οι πίσω θεατές. Όμως σε μεγάλο συνωστισμό τα ικρία αυτά έπεφταν και παραδίδεται δυστύχημα που συνέβη στην Αθήνα περί την 70η Ολυμπιάδα (500- 497), οπότε έπεσαν τα ικρία, που ανυψούσαν τα βάθρα των θεατών. Έπρεπε γι' αυτό να βρεθεί ασφαλέστερο οικοδόμημα και επειδή δεν ήταν δυνατό να ανεγερθεί αμέσως λίθινο θέατρο σε ομαλό χώρο για τις μεγάλες δαπάνες του, χρησιμοποιήθηκε η επικλινής πλαγιά του λόφου της Ακρόπολης. Έτσι δημιουργήθηκε στην Αθήνα το θέατρο του Διόνυσου, που στάθηκε το πρωτότυπο για όλα τα θέατρα της αρχαιότητας.

Κατά το λεξικό της Σούδας άρχισαν να οικοδομούν το θέατρο, μετά το δυστύχημα της 70ης Ολυμπιάδας, τα εγκαίνια του όμως έγιναν μόλις το 472. Το θέατρο αποπερατώθηκε όταν ο Λυκούργος διαχειριζόταν τα οικονομικά των Αθηνών (338- 326), οπότε κοσμήθηκε με αγάλματα των τριών μεγάλων τραγικών, του Αισχύλου του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Σύμφωνα με τις έρευνες του Dorpeld ο Λυκούργος μαρμάρωσε το θέατρο ενώ πριν από αυτόν γινόταν κάποια πρόσχωση της γης για τους θεατές και κατασκευαζόταν κάθε χρόνο πρόχειρη σκηνή για τους υποκριτές.

Ενώ στην αρχή όπως αναφέραμε, η διδασκαλία της τραγωδίας γινόταν σε κυκλική ορχήστρα στον περίβολο του ναού του Διόνυσου χωρίς καθορισμένο βάθος και υπήρχαν πρόχειρα παραπήγματα και υπόστεγα για τους υποκριτές, με τον καιρό η ορχήστρα αποχωρίστηκε από το ναό και αποτέλεσε τον κυριότερο χώρο του θεάτρου. Στο μέσο της ορχήστρας υπήρχε βωμός, η θυμέλη, στην οποία αρχικά γίνονταν θυσίες. Η σκηνογραφία της τραγωδίας εμφανιζόταν σε πίνακα, που τοποθετούσαν στην άκρη της ορχήστρας, απέναντι από τους θεατές.

Μεταξύ της σκηνής και της ορχήστρας υπήρχαν διάδρομοι, είσοδοι και πάροδοι, που χρησιμοποιούνταν από τους υποκριτές και το χορό. Από την είσοδο στα δεξιά των θεατών έμπαιναν οι κάτοικοι της πόλης και από την είσοδο στα αριστερά οι κάτοικοι των αγρών.

Οι ποιητές χρησιμοποιούσαν στις τραγωδίες τους ορισμένες επινοήσεις για να εντυπωσιάσουν τους θεατές, τον γερανό, τη μηχανή ή το θεολογείον (για να δείξουν τους ηθοποιούς στον αέρα) το εκκύκλημα (για να δείξουν το εσωτερικό ανακτόρου, ναού) κλπ. Ο Αισχύλος έκανε χρήση των επινοήσεων αυτών στις παραστάσεις των έργων του, ο Σοφοκλής περιορισμένη και ο Ευριπίδης έκανε κατάχρηση της μηχανής και του θεολογείου, για να παρουσιάσει τους από μηχανής θεούς.

Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της τραγωδίας, για τον οποίο έγινε ήδη λόγος, φαίνεται από το ότι την τιμητική έδρα στο θέατρο του Διονύσου στη μέση της πρώτης σειράς των καθισμάτων κατείχε ο ιερέας του Διονύσου Ελευθερέως. Έτσι το δράμα περιλήφτηκε στον κύκλο των μουσικών αγώνων και ορίστηκαν έπαθλα για τους νικητές.

Διδασκαλίες δραμάτων γίνονταν στην Αθήνα στα Μεγάλα ή εν άστει Διονύσια, που γιορτάζονταν το μήνα Ελαφηβολιώνα (Μάρτιο- Απρίλιο) και στα Λήναια, το μήνα Γαμηλιώνα (Ιανουάριο- Φεβρουάριο). Κατά τη διάρκεια της εορτής των Διονυσίων η Αθήνα ζούσε μεγάλες μέρες. Έφταναν εκεί αντιπρόσωποι από όλες τις συμμαχικές πόλεις, προσκόμιζαν τους φόρους και παρακολουθούσαν τους δραματικούς αγώνες. Γι' αυτό της εορτής επιστατούσε ο επώνυμος άρχων της πόλης. Διδάσκονταν τότε νέες τραγωδίες και μόνο τρεις ποιητικές επιτρεπόταν να διαγωνιστούν κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα θα είχε δε προηγηθεί επιλογή τους. Όφειλαν να παρουσιάσουν τετραλογία από τρεις τραγωδίες κι ένα σατυρικό δράμα που απαραίτητα έπρεπε να έχουν σχέση μεταξύ τους. Κατακλείδα θα ήταν το σατυρικό δράμα που από μερικούς χαρακτηρίζεται "τραγωδία παίζουσα". Η διδασκαλία της τετραλογίας θα διαρκούσε επί τρεις συνεχές ημέρες. Για τις τραγωδίες που διδασκόταν στα Λήναια δε γνωρίζουμε πολλά. Κατά την εορτή αυτή, στην οποία εποπτεύεται ο άρχων βασιλεύς, φαίνεται ότι κύριο αγώνισμα ήταν η ακόλαστη κωμωδία τουλάχιστον στα μετά το 472 χρόνια. Όπως λέγει ο Αριστοφάνης στους Αχαρνής (503) οι Αθηναίοι στα Λήναια ήταν μόνοι τους και μπορούσαν άφοβα να επικρίνουν την πολιτική τους. Διδάσκονταν και τραγωδίες στα Λήναια. Ο Αθηναίος (V, 217a) αναφέρει την νίκη του τραγικού Αγάθωνος σε αυτά.

Η δαπάνη των παραστάσεων καταβαλλόταν από τους χορηγούς, πλούσιους Αθηναίους που ασκούσαν έτσι λειτουργία. Στα χρόνια της παρακμής της πόλης τη δαπάνη την κατέβαλλε η πολιτεία. Η κρίση του δραματικού αγώνα γινόταν στην αρχή με βοή αργότερα με κριτικούς, πιθανώς πέντε, οι οποίοι κληρώνονταν από τον κατάλογο πολιτών.

Η λειτουργία των χορηγών χρονολογείται κατά το Πάριο μάρμαρο από το 509/8. Σύμφωνα με σχόλιο του Αριστοφάνη από την εποχή του άρχοντα Καλλίου (406/5) δύο πολίτες χορηγούσαν τα Διονύσια. Μετά τον Αλέξανδρο αντί τους χορηγούς υπήρχαν αγωνοθέτες. Οι δαπάνες της τραγικής χορηγίας έφταναν τις 3.000 δραχμές και της κωμικής τις 1.600.

Ο ποιητής και ο χορηγός του δράματος, που νικούσε, βραβευόταν με στέφανο από κισσό, όπως και ο καλύτερος υποκριτής. Ο ποιητής ως διδάσκαλος του χορού έπαιρνε μισθό. Πόσος ήταν ο μισθός μπορούμε να εικάσουμε από τα απονεμόμενα στα Παναθήναια έπαθλα. Σύμφωνα με επιγραφή, ο πρώτος κιθαρωδός έπαιρνε χρυσό στεφάνι ελαίας αξίας 1.000 δραχμών και 500 αργυρές δραχμές, ο δεύτερος 1.200, ο τρίτος 600, ο τέταρτος 400 και ο πέμπτος 300. Ανάλογος πρέπει να ήταν και ο μισθός των ποιητών.

Μόνο οι Αθηναίοι είχαν το προνόμιο να γίνονται μέλη του χορού. Αργότερα, αλλά μόνο στα Λήναια, γίνονταν και μέτοικοι. Οι υποκριτές δίδασκαν όλα τα μέρη της τραγωδίας εκτός από τα του χορού. Οι υποκριτές, όπως και οι χορευτές, έφεραν προσωπεία, ανάλογα με τους ρόλους τους. Φορούσαν κοθόρνους, υποδήματα με πολύ παχιά καττύματα, κατασκευασμένα έτσι ώστε να χρησιμεύουν και τα δύο για το ένα ή το άλλο πόδι. Γι' αυτό οι Αθηναίοι καλούσαν κοθόρνους τους πολίτες, που εύκολα μεταπηδούσαν από τη μια μερίδα στην άλλη.

Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της αττικής τραγωδίας

Ασφαλώς οι μεγαλύτερες μορφές της αττικής τραγωδίας υπήρξαν ο 'Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. Και οι τρεις με το μεγαλόπνοο έργο τους συνέβαλαν στην ανάπτυξη του τραγικού δράματος στην Αθήνα και υπήρξαν οι κυριότεροι διαμορφωτές του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Αισχύλος, ο μέγιστος των τραγικών, που αναδεικνύεται πλάι στο δραματικό συγγραφέα και μεγάλος ποιητής, ώστε και σήμερα να μπορούμε άφοβα να τον συγκαταλέγουμε ανάμεσα στους περιφημότερους ποιητές της ανθρωπότητας. Ο Σοφοκλής πάλι ξεχωρίζει για το δραματικό βάθος των τραγωδιών του, την ανθρωπιά των ηρώων του και την προσήλωσή του στους μύθους της Αττικής. Τέλος ο Ευριπίδης διακρίνεται για τις τεχνικές και γενικότερες καινοτομίες, που εισήγαγε στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Ο Ευριπίδης επιχείρησε να εισδύσει στο βάθος της ψυχής του ανθρώπου και να την παραστήσει σε κατάσταση πάθους. Φέρνει δε συχνά τους ήρωές του σε εσωτερικές συγκρούσεις καθήκοντος και πάθους.

Οι άλλοι τραγικοί

Οι τρεις μεγάλοι τραγικοί, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης δεν ήταν οι μόνοι αττικοί συγγραφείς τραγωδιών των χρόνων αυτών. Στη σχολή του Αισχύλου ανήκε ο γιος του Ευφορίων, που νίκησε τέσσερις φορές. Ο γιος της αδελφής του Αισχύλου Φιλοκλής έγραψε και αυτός τραγωδίες, που η Σούδα ανεβάζει σε 100 και μεταξύ των οποίων ήταν η τετραλογία "Πανδιονίς".

Ο γιος του Σοφοκλή Ιοφών δίδαξε κατά τη Σούδα πενήντα δράματα. Τραγωδίες έγραψε και ο νόθος γιος του Αρίστων και ο εγγονός του μεγάλου τραγικού Σοφοκλής ο νεότερος. Επίσης ο ανιψιός του δημιουργού της "Μήδειας" Ευριπίδης ο νεότερος.

Τραγικά δράματα έγραψαν ο Τεγεάτης Αρίσταρχος, ο Χίος Ίων, ο Ερετριεύς Αχαιός, ο Νεόφρων ο Σικυώνιος, ο Ξενοκλής, ο Αγάθων ο Αθηναίος και πολλοί άλλοι στα μεταγενέστερα χρόνια. Όμως μετά το θάνατο του Ευριπίδη και του Σοφοκλή η αττική τραγωδία έχασε το σφρίγος της.

Η αττική κωμωδία

Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τον Αριστοτέλη η κωμωδία προήλθε "από των εξαρχόντων τα φαλλικά". Σε πολλά μέρη της αρχαίας Ελλάδας οι φαλλοφόροι (ονομάστηκαν έτσι γιατί περιέφεραν ένα μεγάλο φαλλό, το σύμβολο της γονιμότητας του θεού της Φύσης), έψελναν τέτοιους κώμους. Ο Δήλιος Σήμος περιγράφει σε μεταγενέστερα χρόνια κώμους, που έψελναν στη Δήλο. Κατά την περιγραφή του οι φιλόσοφοι έμπαιναν με γοργό ιαμβικό ρυθμό στην ορχήστρα. Ύστερα έτρεχαν σ' εκείνον, που θα διάλεγαν και του απάγγελλαν τους στίχους. Ανάλογη είναι η περιγραφή που μας δίνει ο Όμηρος για τη γιορτή των θεών των καρπών Δαμίας και Αυξησίας. Όμοιες τέλος ήταν οι κωμικές παιδιές των δικηλιστών στη Σπάρτη, που μιμούνταν κάποιο ξένο γιατρό ή κλέφτες φρούτων. Από τα σκώμματα και τα παιγνίδια αυτά προήλθαν τα διάφορα είδη της κωμικής ποίησης. Η δε κωμωδία κατ' εξοχήν συνδέεται με τα φαλλικά, γιατί ήταν και παρέμενε πάντοτε συνδεμένη με τη λατρεία του Διονύσου.

Στην Αττική, και μάλιστα στο δήμο Ικαρίας, μεταφύτευσε την κωμωδία ο Σουσαριών, του οποίου σώθηκαν πέντε στίχοι αμφίβολης γνησιότητας. Κατά το πάριο μάρμαρο ο Σουσαριών, δίδαξε στην Ικαρία μεταξύ του 581- 562 και πήρε έπαθλο ένα καλάθι σύκα και αμφορέα οίνου.

Κατά διδασκαλική μαρτυρία αττικής επιγραφής στα χρόνια του Αισχύλου, ίσως το 472, διδάσκονταν κωμωδίες υπό την εποπτεία της πόλης. Η κωμωδία αναπτύσσεται στην Αττική με την εξέλιξη των δημοκρατικών θεσμών, αυτό δε καθόρισε και το χαρακτήρα της. Τόση ήταν η ελευθερία, που παρεχόταν στους κωμωδιογράφους, που επανειλημμένα απαγορεύτηκε στους ποιητές των κωμωδιών να διακωμωδούν ονομαστικά τους χλευαζομένους και μάλιστα αν ήταν άρχοντες.

Οι παλαιότεροι κωμικοί ποιητές της Αττικής μετά τους Περσικούς πολέμους ήταν ο Χιονίδης, ο Εκφαντίδης και ο Μάγνης, τον οποίο μνημονεύει ο Αριστοφάνης στους "Ιππής". Αναφέρεται ότι ο Μάγνης νίκησε ένδεκα φορές και οι κωμωδίες του ονομάζονταν "Βαρβιτισταί", "Βάτραχοι", "Όρνιθες", "Λυδοί" και "Ψήνες".

Ο Κρατίνος (423 ή 421) υπήρξε ο θεμελιωτής του αρχιλόχειου τρόπου της πολιτικής κωμωδίας και εισήγαγε σ' αυτήν τον τρίτο υποκριτή. Έγραψε 21 κωμωδίες, από τις οποίες οι πιο γνωστές ήταν οι "Αρχίλοχοι", οι "Χείρωνες", οι "Θράτται", οι "Ευνείδαι", οι "Οδυσσείς", οι "Βουκόλοι" και η "Πυτίνη".

Ο Κράτης, που διατέλεσε υποκριτής του Κρατίνου, νίκησε για πρώτη φορά το 449. Κατά τον Αριστοτέλη πρώτος αυτός "ήρξεν αφέμενος της ιαμβικής ιδέας καθόλου ποιείν λόγους και μύθους" (Περί Ποιητ. 5). Η Σούδα αναφέρει δύο ποιητές κωμωδιών με το όνομα αυτό.

Ο Φερεκράτης προχωρεί περισσότερο από τους προηγουμένους κωμωδιογράφους και παρουσιάζει αντί άτακτα σκώμματα έξυπνα πλεγμένες υποθέσεις. Οι "Άγριοί" του διδάχτηκαν το 20 στα Λήναια, φαίνεται δε ότι νίκησε για πρώτη φορά το 437. Γνωστές κωμωδίες του ήταν ο "Δουλοδιδάσκαλος", ή "Κοριαννώ", οι "Μυρμηκάνθρωποι", ο "Χείρων".

Των χρόνων του Κρατίνου είναι γνωστοί πολλοί άλλοι κωμικοί ποιητές: ο Τηλεκλείδης, ο Έρμιππος, ο Εύμολπις (411), συγγραφέας 14 ή 17 κωμωδιών από τις οποίες νίκησαν οι 7. Ονομαστή κωμωδία του ήταν οι "Κόλακες", όπως και ο "Μαρικάς", οι "Βλάπται" και οι "Δήμοι".

Του Φρυνίχου αναφέρονται οι κωμωδίες "Κωμασταί", "Μονότροπος", "Μύσται", "Εφιάλτης" και "Μούσαι". Ο Πλάτων ασχολήθηκε και αυτός με την κωμωδία και έγραψε 28 έργα από τα οποία γνωστά είναι ο "Υπέρβολος", ο "Κλεοφών", η "Συμμαχία", οι "Ποιηταί", οι "Σοφισταί", ο "Άδωνις", η "Ευρώπη", ο "Λάιος" και ο "Φάων".

Άλλοι κωμικοί ποιητές της Αττικής υπήρξαν ο Καλλίας, ο Αμειψίας, ο Αριστομένης, ο Αριστώνυμος, ο Άρχιππος, ο Λεύκων, ο Λύσιππος, ο Μεταγένης και ο Αρισταγόρας.

Ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει για το Φακή, από τη Θάσο, που έγινε ονομαστός για την εύρεση της παρωδικής ποίησης. Με την "Τιτανομαχία" του λέγεται ότι σκόρπισε πολύ γέλιο στους Αθηναίους σε δύσκολους καιρούς.

Αριστοφάνης

Ο χρόνος που γεννήθηκε ο μεγαλύτερος κωμικός ποιητής της αρχαιότητας δεν είναι γνωστός. Άλλοι τον τοποθετούν στο 453 π.Χ. άλλοι στο 452 π.Χ. και άλλοι στο 445 π.Χ. Ήταν γιος του Φιλίππου και της Τηνοδώρας, από το δήμο των Κυδαθηναίων - συνδημότης του Κλέωνα του μεγάλου του αντιπάλου - και ανήκε στην Πανδιονίδα φυλή. Τον έλεγαν Αιγινήτη και του αμφισβήτησαν τα δικαιώματά του σαν γνήσιου Αθηναίου πολίτη.

Η ονομασία Αιγινήτης προήλθε από το εξής γεγονός: όταν οι Αθηναίοι πήραν την Αίγινα το 430 π.Χ. τη μοίρασαν σε κληρούχους πολίτες τους. Ένας απ' αυτούς ήταν και ο πατέρας του ποιητή που εγκαταστάθηκε εκεί. Και ο ίδιος ο ποιητής έμεινε στην Αίγινα όλη του τη ζωή. Για τη μάνα του δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν γνήσια Αθηναία. Για τον πατέρα του όμως έλεγαν πως ήταν από τη Ρόδο ή από τη Ναύκρατι (την ελληνική αποικία) της Αιγύπτου. Όλα αυτά βέβαια δεν είχαν καμιά σημασία, γιατί στην ψυχή ο Αριστοφάνης ήταν ένας από τους γνησιότερους Αθηναίους κι αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην υπηρεσία της Αθήνας, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του βέβαια.

Για τη μόρφωσή του δεν έχουμε καμία πληροφορία, όμως το έργο του μας δείχνει ότι είχε μελετήσει τους μεγάλους ποιητές της εποχής του. Φαίνεται, επίσης από τα έργα του, ότι δεν είχε μια βαθύτερη εποπτεία των πνευματικών ρευμάτων του καιρού του, αν κρίνουμε από τη θέση που πήρε απέναντι στο Σωκράτη. Άρχισε να γράφει πολύ νέος. Επειδή όμως, δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει χορό κωμωδών - παλαιό έθιμο όριζε να μη χορηγούν υλική και ηθική ενίσχυση σε όποιον δεν ήταν τριάντα χρονών, γιατί ο κωμικός ποιητής έκανε κατά κάποιον τρόπο δημόσιο έλεγχο στην πολιτική, κοινωνική και ιδιωτική ζωή των Αθηναίων - παρουσίασε τις κωμωδίες του με ονόματα φίλων του ηθοποιών.

Έτσι το 427 π.Χ., ανέβασε τους "Θαιταλής" με το όνομα του Φιλωνίδη, το 426 π.Χ., τους "Βαβυλωνίους" και το 425 π.Χ. τους "Αχαρνής" με το όνομα του Καλλίστρατου. Και οι δυο αυτοί ηθοποιοί παράσταιναν πολλά χρόνια στα έργα του Αριστοφάνη, ο πρώτος τα πρόσωπα των δημοσίων αρχόντων κι ο δεύτερος ιδιωτών. Ενθουσιασμένος ο ποιητής από τη βράβευση της κωμωδίας του "Αχαρνής" αφιερώνεται ολοκληρωτικά στο θεατρικό αυτό είδος. Από τότε και για σαράντα ολόκληρα χρόνια ήταν ο κύριος της κωμικής σκηνής των Αθηνών. Ποτέ δε δίστασε να πει το λόγο του, όσο πικρός κι αν ήταν και μολαταύτα οι συμπολίτες του τον αγαπούσαν και πολλές φορές του έδωσαν το πρώτο βραβείο.

Από τα πρώτα του κιόλας έργα ("Βαβυλώνιοι"- "Αχαρνής") χτυπά τους πολιτικούς και ιδιαίτερα τον Κλέωνα. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι κανένας δεν τολμούσε να παραστήσει το πρόσωπο του Κλέωνα και γι' αυτό αναγκάστηκε να παίξει ο ίδιος ο ποιητής. Η επιτυχία του όμως θορύβησε το κυβερνητικό κόμμα και ο Κλέων κατάγγειλε τον Καλλίστρατο με την κατηγορία ότι δυσφήμισε την πόλη, γιατί το έργο παίχτηκε στα Μεγάλα Διονύσια, που έρχονταν πολλοί ξένοι στην Αθήνα. Ο Καλλίστρατος απαλλάχτηκε από τη Βουλή των πεντακοσίων.

Ο Κλέων λένε ότι κατηγόρησε και τον Αριστοφάνη - όλος ο κόσμος ήξερε ότι τα έργα ήταν δικά του - με "γραφήν ξενίων", ότι δηλ. δεν ήταν γνήσιος Αθηναίος. Η πληροφορία αυτή δε φαίνεται και πολύ πιθανή, γιατί ο παντοδύναμος Κλέων μπορούσε να βάλει οποιονδήποτε πολιτικό φίλο του να καταγγείλει τον ποιητή, για να μην εκτίθεται αυτός. Το ίδιο απίθανη φαίνεται και η πληροφορία για τρίτη καταγγελία.

Τον περισσότερο καιρό ο Αριστοφάνης έμενε στην Αίγινα. Εκεί έγραψε ίσως τις κωμωδίες του, όπως φαίνεται από τους "Αχαρνής", όπου λέγει ότι οι Λακεδαιμόνιοι θέλουν να πάρουν το νησί, όχι γιατί ενδιαφέρονται και πολύ γι' αυτό, αλλά για να κάμουν δικό τους τον ποιητή, που έμενε εκεί.

Ο Αριστοφάνης έζησε υποδειγματική και ειρηνική ζωή ως την ημέρα που πέθανε, το 385 π.Χ. Πόσες κωμωδίες έγραψε ο Αριστοφάνης δεν ξέρουμε με σιγουριά. Άλλοι λένε 54, άλλοι 44 κι άλλοι 43. Ως εμάς σώθηκαν οι τίτλοι 37 έργων του. Απ' όλα αυτά έχουμε σήμερα έντεκα ολόκληρες κωμωδίες του.

Ο Αριστοφάνης έζησε την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου (431- 404 π.Χ.) και της παρακμής που ακολούθησε ύστερα από αυτόν. Έζησε δηλ. την τραγικότερη εποχή του Ελληνισμού όταν έπεσε η Αθήνα κάτω από τα χτυπήματα της Σπάρτης, ενώ βρισκόταν στην κορυφή της ακμής της και ήταν το σχολειό της Ελλάδας, το κέντρο όπου ανθούσε η σκέψη χεροδεμένη με την πράξη σ' ένα πρωτοφανέρωτο σμίξιμο.

Τότε είναι που μπήκαν τα θεμέλια μιας ρεαλιστικής προσπέλασης του αντικειμενικού κόσμου και μιας ανθρωποκεντρικής οργανώσεως της πολιτείας και της κοινωνίας. Η πόλη κι ο άνθρωπος ήταν οι κυρίαρχοι θεοί του αιώνα, με πρωτομάστορες τους σοφιστές, τους στοχαστές και τους μεγάλους τεχνίτες του λόγου και της πράξης. Όμως, πολύ πριν από αυτόν τον πόλεμο, φάνηκαν οι οξύτατες αντιθέσεις που είχαν δημιουργήσει εσωτερικοί και εξωτερικοί παράγοντες. Από τους πρώτους η οικονομία έπαιξε το σπουδαιότερο ρόλο. Σαν βασικό εργαλείο της είχε το δούλο, που εκτόπισε από την παραγωγή τον ελεύθερο εργάτη. Αυτός βέβαια σαν πολίτης μπορούσε ακόμα να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του με τους μισθούς που έδινε το κράτος.

Όμως η αφθονία των δούλων και η αυξημένη παραγωγή οδήγησαν στον κορεσμό των αγορών, που κυριαρχούσε η Αθήνα και έπρεπε να βρει καινούργιες. Η ανατολική Μεσόγειος και ιδιαίτερα η Μεγάλη Ελλάδα ήταν ο καινούργιος χώρος. Εκεί όμως εμπορεύονταν οι Πελοποννήσιοι και πιο πολύ οι Κορίνθιοι. Ετούτοι γεμάτοι ανησυχίες προσετερίστηκαν τη Σπάρτη, γιατί πολύ ανησυχούσε και αυτή για την τόσο μεγάλη αύξηση της αθηναϊκής δύναμης. Έτσι οι επαγγελματίες του πολέμου Σπαρτιάτες και οι εμποροβιοτέχνες της Αθήνας και της Κορίνθου ήσαν φιλοπόλεμοι.

Οι γαιοκτήμονες όμως και οι γεωργοί κάθε άλλο παρά τον πόλεμο ήθελαν, γιατί πρώτοι αυτοί ήταν τα τραγικά θύματα του, όταν ο εχθρικός στρατός έμπαινε στη χώρα τους. Ένας απ' αυτούς ήταν και ο Αριστοφάνης που μέστωσε και αντρώθηκε μες το φοβερό κλίμα του πολέμου που ξέσπασε το 431 π.Χ. και κράτησε με μια διακοπή - ειρήνη εμπόλεμη - 27 ολόκληρα χρόνια.

Η κοινωνική του θέση λοιπόν καθόριζε και τις ιδέες του. Ήταν κτηματίας και η τάξη του ανήκε στους φανατικούς ειρηνόφιλους και συντηρητικούς μαζί. Θεωρούσε σαν ιδανικό του την Αθήνα του Αριστείδη και αγωνιζόταν να ξαναφέρει πίσω τα πρώτα εκείνα δοξασμένα χρόνια μετά τα Μηδικά, τότε που κυβερνούσαν ακόμη οι ολιγαρχικοί. Δεν κατάλαβε, βέβαια, ότι εκείνα τα χρόνια ήταν η απαρχή της μεγάλης ανόδου της Αθήνας με τη στροφή της προς τη θάλασσα και το εμπόριο που είχε αποτέλεσμα τη θεμελίωση της δημοκρατίας με τις πολιτικές μεταβολές που έγιναν από τον Εφιάλτη και τον Περικλή.

Από τότε η Αθήνα είδε να περνούν από τα θέατρά της οι μεγάλοι δάσκαλοι της τραγωδίας, άκουσε τους φιλοσόφους και τους σοφιστές να διδάσκουν τις νέες ιδέες, θαύμασε τους τεχνίτες της όταν δημιουργούσαν τα μνημειακά έργα και έβλεπε ανθρώπους να έρχονται απ' τα πέρατα του Ελληνισμού, άλλοι για να γνωρίσουν "το δαιμόνιον πτολίεθρον" κι άλλοι για να μείνουν και να εμπορευθούν. Τότε ήταν που η αγωγή πήρε άλλους δρόμους, δημοκρατικούς, τα ήθη ημέρεψαν και έγιναν ελευθερότερα, η κοινωνική πολιτική ανθρωπινότερη. Ήρθε όμως ο πόλεμος και οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να γυρέψουν τις αιτίες του. Ο καθένας βέβαια τις έβλεπε από τη σκοπιά του.

Ο συντηρητικός και φιλειρηνιστής Αριστοφάνης εύρισκε πως το παρελθόν ήταν θαυμάσιο, πως η παλιά αγωγή, τα ήθη και η πολιτεία της εποχής εκείνης άξιζαν κάθε έπαινο. Τώρα οι άνθρωποι έχασαν τον προσανατολισμό τους. Οι νέοι τρέχουν στους σοφιστές να μάθουν τα πράγματα εκείνα που τους διαφθείρουν. Τα αυστηρά αρχαία ήθη αντικαταστάθηκαν από αισχρούς νεωτερισμούς, αλόγιστη πολυτέλεια και επίδειξη. Η πολιτεία παραδόθηκε στα χέρια ανάξιων πολιτικών (δημαγωγών), ενώ ο λαός, σαν ένας ξεμωραμένος γέρος, έγινε έρμαιό τους.

Αυτή ήταν η δημοκρατία της Αθήνας, όπως την έβλεπε ο Αριστοφάνης και οι ομοϊδεάτες του ολιγαρχικοί. Αντίπαλοί τους ήταν οι εμποροβιοτέχνες, η πρωτοπορία της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Για να τους πολεμήσει ο ποιητής, στον τομέα του φυσικά, έπρεπε να ξεθεμελιώσει τα όχυρά τους. Στόχος λοιπόν του Αριστοφάνη έγιναν οι δημαγωγοί κι οι σοφιστές, οι πολιτικοί δηλ. και πνευματικοί ηγέτες της δημοκρατίας. Στους δεύτερους περιλάμβανε το Σωκράτη και τον Ευριπίδη.

Η πολεμική του κατά των προοδευτικών δυνάμεων της εποχής του τον στερεί από ένα πολύτιμο έρεισμα, όπως και το χρονικό στοιχείο του έργου του, δηλ. τα καθέκαστα της πολιτικής και ιδιωτικής ζωής των ηρώων του, που μόνο ένας Αθηναίος της εποχής του τα ήξερε. Αυτά όμως, είναι πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία του 5ου αιώνα.

Ως έργα τέχνης δηλ. ως έργα ποιητικά, οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, είναι ασύγκριτες και αμίμητες. Χρησιμοποιώντας την ελευθερία - σχεδόν χωρίς όρια - που είχε, δημιουργεί ανεμπόδιστα μέσα σε μια κατάσταση ευφορίας οργιαστικής, που δύσκολα βρίσκουμε σ' άλλες εποχές. Τα φτερά των στίχων του ακούονται πάνω απ' τους αιώνες σαν ένας καθαρτήριος παιάνας, γιατί πάντα προσπάθησε να κάνει καλύτερους τους ανθρώπους.

Οι άλλοι κωμικοί

Εκτός από τον Αριστοφάνη που αναδείχτηκε ο πιο αντιπροσωπευτικός Αθηναίος κωμωδιογράφος, στην Αττική ασχολήθηκαν με την κωμωδία και άλλοι ποιητές:

  • Ο Στράττις (κατά το 420- 390 π.Χ.). Κατά το λεξικό της Σούδας έγραψε 16 κωμωδίες ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται η "Μήδεια", ο "Τρωίλος", οι "Φοίνισσαι", ο "Χρύσιππος", ο "Κινησίας", "Μακεδόνες ή Παυσανίας". Από αυτές οι 4 πρώτες ήταν όπως φαίνεται παρωδικής φύσης, ο "Κινησίας" διακωμωδούσε τη σκελετική μορφή του διθυραμβοποιού Κινησία, η δε υπόθεση των "Μακεδόνων ή Παυσανία" αναφερόταν στη διαμονή του Αγάθωνα και του φίλου του Παυσανία στην αυλή του βασιλιά των Μακεδόνων Αρχελάου"
  • Ο Θεόπομπος (5- 4 αιώνας π.Χ.). Κατά το λεξικό της Σούδας έγραψε 24 κατά δε τον Ανώνυμο ("Περί κωμωδίας") 17 κωμωδίες ("Ειρήνη", "Στρατιώτιδες", "Ηδυχάρης", "Άδμητος", "Πηνελόπη" "Μήδος" κ.ά.). Από αυτές η "Ειρήνη" είχε πολιτική υπόθεση, οι "Στρατιώτιδες" θυμίζουν τις "Εκκλησιάζουσες" του Αριστοφάνη και από τον "Ηδυχάρη" σώθηκε κάποιος υπαινιγμός του Φαίδωνος του Πλάτωνος.
  • Ο Αντιφάνης (405- 333 π.Χ.). Έγραψε 260 και κατ' άλλους 365 κωμωδίες, αλλά κέρδισε μόνο 13 νίκες. Σώθηκαν πάνω από 300 αποσπάσματα, στα οποία περιγράφονται εκτεταμένα εστιάσεις, αλλά περιέχονται και πολλές καλές γνώμες. Η τέχνη του ήταν κληρονομική στο γένος του.
  • Ο Αναξανδρίδης. Έζησε κατά τον 4 αιώνα π.Χ. Άφησε 65 κωμωδίες. Παράλληλα έγραψε και διθυράμβους. Από την κωμωδία του "Πόλεις" σώζεται χαριτωμένο απόσπασμα στο οποίο περιγράφεται η διαφορά των ηθών των Αιγυπτίων και Ελλήνων και γίνεται λόγος για τα χοιρινά κρέατα που ο μεν Αιγύπτιος "ουκ εσθίει, εγώ δε (ο Έλλην) γ' ήδομαι μάλιστα τούτοις". Επίσης σε κάποιο άσμα του "Πρωτεσιλάου" διακωμωδεί με λεπτή ειρωνεία τις υπερβολικές προετοιμασίες για το συμπόσιο των γάμων του Αθηναίου στρατηγού Ιφικράτη με την κόρη του βασιλιά των Θρακών Κότυος.
  • Ο Άλεξις (372- 270 π.Χ.). Καταγόταν από τα Θούρια της Κάτω Ιταλίας και έζησε στην Αθήνα. Κατά το λεξικό της Σούδας έγραψε 245 κωμωδίες από τις οποίες σώθηκαν μόνο αποσπάσματα. Πολλές από αυτές όπως ο "Αίσωπος", ο "Αρχίλοχος", η "Ελένη", οι "Επτά επί Θήβαις", η "Ησιόνη", ο "Λίνος", ο "Οδυσσεύς", ο "Ορέστης" έχουν καθαρά το χαρακτήρα της μέσης κωμωδίας, ζούσε όμως στην περίοδο ακμής της νέας κωμωδίας, γιατί στον "Υποβολιμαίο" γινόταν λόγος για το σύνδεσμο του Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου με την αδελφή του Αρσινόη. Οι κωμωδίες του χλεύαζαν κυρίως τους φιλοσόφους και τα παράσιτα της κοινωνίας, είχαν δε κατά προτίμηση τη μορφή παρωδίας. Ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει κάποιο απόσπασμα από τον "Ισοστάσιον", στον οποίο περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο οι εταίρες προσπαθούσαν να συγκαλύψουν τα ελαττώματα της φύσης.
  • Ο Εύβουλος (4ος αιώνας π.Χ.). Έγραψε πάνω από 100 έργα. Κατά το λεξικό της Σούδας βρισκόταν στα όρια μεταξύ της μέσης και της παλιάς κωμωδίας.
  • Ο Άρχιππος (5- 4 αιώνας π.Χ.). Έγραψε τις κωμωδίες: "Ιχθύες" που ήταν απομίμηση των "Ορνίθων" του Αριστοφάνη, "Αμφιτρύων" που αποτέλεσε ίσως τη βάση για τον "Aphitruo" του Πλαύτου, "Πλούτος" κ.ά.
  • Ο Μένανδρος (342/1- 291/90 π.Χ.). Γιος του κωμωδοποιού Αλέξιδος. Ήταν ο σημαντικότερος από τους ποιητές της νέας αττικής κωμωδίας. Έγραψε πάνω από 100 κωμωδίες, κέρδισε όμως μόνο οκτώ νίκες σε δραματικούς αγώνες. Σώζονται αποσπάσματα από πολλές κωμωδίες του ("Επιτρέποντες", "Η Σαμία", "Η περκειρομένη" κ.ά.), καθώς και ολόκληρη η κωμωδία του "Δύσκολος" που ανακαλύφτηκε το 1957. Λατίνοι ποιητές μετέφρασαν κωμωδίες του Μενάνδρου, όπως ο Καικίλιος Στάτιος τον "Ναύκληρο", τον "Υποβολιμαίο", το "Πλόκιον", τα "Χαλκεία", ο Λούσκιος Λαβίνιος το "Φάσμα", ο Τουρπίλιος τον "Δημιουργό" και ο Ατίλιος τον "Μισογύνη". Παράλληλα στα μεταγενέστερα χρόνια φιλοτεχνήθηκε από τις κωμωδίες του Μενάνδρου εκλογή γνωμικών, καθώς και από τους μίμους του Πουβλιλίου Σύρου, η οποία έφτασε ως την εποχή μας με ξένες προσθήκες σαν "Μονόστιχοι γνώμαι Μενάνδρου". Το περίεργο στην περίπτωση αυτή είναι ότι στην συλλογή δε συναντώνται τα καλύτερα γνωμικά του Μενάνδρου, όπως τα γνωστά "κοινά τα των φίλων", "τα κακώς τρέφοντα χωρί' ανδρείους ποιεί", "το της τύχης γαρ ρεύμα μεταπίπτει ταχύ", "ον οι θεοί φιλούσιν, αποθνήσκει νέος", "φθείρουσιν ήθη χρησθ' ομιλίαι κακαί" κ.ά.
  • Ο Φιλήμων (361 - 263). Γιος του Δάμωνος. Κατά το λεξικό της Σούδας και κατά τον Ανώνυμο ήταν Συρακούσιος, ενώ κατά το Στράβωνα καταγόταν από την πόλη της Κιλικίας Σόλους. Άφησε 97 κωμωδίες, από τις οποίες οι περισσότερες έχουν τον ίδιο τίτλο με αυτές του Μενάνδρου. Δυο από αυτές ο "Έμπορος" και ο "Θησαυρός" μας είναι αρκετά γνωστές από τις λατινικές διασκευές του Πλαύτου.
  • Ο Δίφιλος ο Σινωπεύς (4 αιώνας π.Χ.). Κατά τον Ανώνυμο έγραψε 100 έργα. Ήταν ικανός να ανεβάζει στη σκηνή τους δικούς του έρωτες με την ευτράπελη Γνάθαινα. Στις κωμωδίες του ήταν δεινότατος στα σκευωρήματα.
  • Ο Απολλόδωρος ο Καρυστινός, που τον ταυτίζουν με τον Απολλόδωρο το Γελώο, το σύγχρονο του Μενάνδρου. Ο Λατίνος κωμικός ποιητής Τερέντιος (3- 2 αιώνας π.Χ.) μιμήθηκε τον "Επιδικαζόμενο" στα έργα του "Φορμίων" και "Εκυρά".
  • Ο Φιλιππίδης, γιος του Φιλομήλου. Παιανιεύς, φίλος του βασιλιά Λυσιμάχου στην αυλή του οποίου έμεινε. Σώθηκε ψήφισμα υπέρ αυτού στο Διονυσιακό θέατρο. Τόλμησε να επιτεθεί κατά των κολάκων του Δημητρίου του Πολιορκητή και κατά των χρηματιστών μετοίκων.
  • Ο Ποσείδιππος (3 αιώνας π.Χ.). Γιος του Κυνίσκου από την Κασσάνδρα Μακεδονίας. Έγραψε πάνω από 30 κωμωδίες και κέρδισε 4 νίκες σε δραματικούς αγώνες. Μετά το θάνατο του Μενάνδρου κυριαρχούσε στην αττική σκηνή και τις κωμωδίες του τις μιμούνταν και οι Λατίνοι.

Ποιητές της νέας αττικής κωμωδίας ήταν ακόμη ο Βάτων, σύγχρονος του Κλεάνθη, που διακωμωδούσε τους φιλοσόφους, ο Επινίκιος, ο οποίος στο "Μνησιπόλεμο" διακωμώδησε με λεπτότητα τους εξεζητημένους τρόπους του ομώνυμου ιστορικού, ο Ανάξιππος, ο Αρχέδικος, ο Δαμόξενος, ο Εύδοξος, ο Ηγίσιππος, ο Ίππαρχος ο Λυγκεύς, ο Φοινικίδης, ο Σωσικράτης και ο Θεόγνητος.

Ο πεζός λόγος

Στην Ελλάδα αναπτύχθηκε πρώτα η ποίηση και ακολούθησε ο πεζός λόγος. Στον ΄Ομηρο δεν υπάρχει η λέξη "λόγος". Για τη δήλωση του λόγου μεταχειρίζεται τις λέξεις "μύθος" και "έπη". Και αυτό είναι φυσικό, γιατί το νοητικό, προς το οποίο αποβλέπουν κυρίως τα διάφορα είδη του πεζού λόγου, αναπτύσσεται στον άνθρωπο βραδύτερα από το φανταστικό, που ως πηγή έχει τις αισθήσεις. Παράλληλα, ενώ τα τραγούδια μεταδίδονται εύκολα από στόμα σε στόμα, οι προτάσεις του πεζού λόγου δε μπορούν να συγκρατηθούν μόνιμα και σίγουρα αν δε γραφούν.

Ο πεζός λόγος πήγασε από τη χώρα, από όπου άνθισε το πιο παλιό είδος ποιήσεως, το έπος, γι' αυτό και τα πιο πρώιμα αξιόλογα μνημεία του πεζού λόγου γράφτηκαν στην ιωνική διάλεκτο. Επειδή όμως, χρειαζόταν κάποιο καθολικότερο μέσο κατανόησης επικράτησαν στον πεζό λόγο, όπως και στην ποίηση, οι διάφορες διάλεκτοι που μεταχειρίζονταν οι μη Ίωνες. Έπειτα από λίγο χρονικό διάστημα επικράτησε σχεδόν αποκλειστικά η συγγενική αττική διάλεκτος, της οποίας η ποιότητα των φθόγγων ήταν η πιο κατάλληλη για τη σωστή απόδοση των εννοιών.

  • Επιγραφές. Χρήση του πεζού λόγου γινόταν αρχικά στις αναγραφές σε λίθους και σε χαλκό. Στις αναγραφές αυτές η πρώτη και πιο μεγάλη αρετή ήταν η μεγίστη ακρίβεια. Γι' αυτό ο ποιητικός διάκοσμος του λόγου και η ρυθμική σύνταξη των προτάσεων θα αποτελούσε εμπόδιο για το βασικό σκοπό τους. Κοντά στ' άλλα έπρεπε να περιληφθούν κυρίως πολλά κύρια ονόματα και αριθμητικά που δεν προσαρμόζονταν προς τη ρυθμική μορφή αν δεν παραποιούνται αυθαίρετα. Έπρεπε λοιπόν οι επιγραφές αυτές, εκτός από τις αναθηματικές, να γράφονται χωρίς μέτρο. Έτσι η αρχή του πεζού λόγου βρίσκεται σ' αυτές, ενώ οι αρχαιότατες ελληνικές επιγραφές που εκδόθηκαν από το Ροίλιο περιέχουν ταυτόχρονα τα αρχαιότατα μνημεία του ελληνικού πεζού λόγου. Οι επιγραφές όμως που είναι μικρές, δεν περιέχουν κάποια υψηλή έννοια και δε διακρίνονται για την επιμελημένη μορφή ούτε μπορούν να αποτελέσουν αξιόλογο αντικείμενο στη λογοτεχνική ιστορία. Αντίθετα οι ιστορικές αναγραφές και ρήτρες παρουσιάζουν ειδικό ενδιαφέρον.
  • Αναγραφές και ιστορικά. Στην πρώιμη αρχαιότητα γράφτηκαν αναγραφές των νικητών στους μεγάλους εθνικούς αγώνες. Κυριότερες απ' αυτές ήταν οι των Ολυμπιονικών, τις οποίες γνωρίζουμε από την "αναγραφή των Ολυμπιάδων" του Ιουλίου Αφρικανού και από τον "Γυμναστικόν" του Φιλοστράτου. Οι αναγραφές αυτές άρχιζαν από την πρώτη Ολυμπιάδα δηλ. από το 776 και περιείχαν στις πρώτες 13 Ολυμπιάδες τους νικητές στον αγώνα του δρόμου, ενώ από τη 13η και έπειτα και τα άλλα είδη αγώνων που καθιερώθηκαν αργότερα. Παράλληλα υπήρχαν και αναγραφές αρχόντων, όπως των Εφόρων της Σπάρτης από το 755 και των επωνύμων αρχόντων της Αττικής από το 682. Αρχαιότατες ήταν οι αναγραφές των ιερειών της Ήρας στο Άργος. Αφθονότερες ήταν οι λακωνικές αναγραφές, που εκτείνονταν ως την εποχή του Αγησιλάου.
  • Ρήτρες. Από την πρώιμη αρχαιότητα γράφονταν σε στερεά ύλη συνθήκες και νόμοι, οι λεγόμενες "ρήτρες". Από την ετυμολογία της λέξης φαίνεται ότι αρχικά οι νόμοι και μάλιστα οι ρήτρες των Λακεδαιμονίων μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα, αλλά η λέξη πήρε γρήγορα καθολική σημασία και σήμαινε το νόμο. Οι πιο αρχαίοι νόμοι που ρυθμίζουν το ζήτημα της πολιτείας και μας είναι γνωστοί, ήταν αυτοί του Λοκρού νομοθέτη Ζαλεύκου. Δε διασώθηκε όμως τίποτε απ' αυτούς και γι' αυτό αμφισβητείται ακόμα και η ύπαρξη του Ζαλεύκου. Ακριβέστερες πληροφορίες έχουμε για τους νόμους του Δράκοντα και του Σόλωνα. Η νομοθεσία μάλιστα του Σόλωνα ήταν γραμμένη "βουστροφηδόν" (δηλ. με παλίνστροφη γραφή εναλλάξ από αριστερά προς τα δεξιά και από δεξιά προς τα αριστερά) σε ξύλινους τετράγωνους πίνακες που ονομάζονταν άξονες ή κύρβεις και φυλάσσονταν στην Ακρόπολη για να μπορούν να τους διαβάζουν όλοι. Και από τους νόμους αυτούς μόνο ελάχιστα αποσπάσματα διασώθηκαν, ανάμεσα στα οποία και κάποια περικοπή από ένα νόμο του Δράκοντα πολλά ψηφίσματα έφτασαν ως εμάς, τα οποία ήσαν γραμμένα σε λίθους.
  • Οι Ίωνες λογογράφοι. Οι πιο παλαιοί ιστοριογράφοι ονομάζονταν συνήθως λογογράφοι, με όλο που η ονομασία αυτή δεν είναι σωστή, γιατί δεν έχει τίποτε το κοινό με την ιστοριογραφία και αρμόζει περισσότερο στους ρήτορες, οι οποίοι έγραφαν λόγους έναντι χρημάτων για τους διαδίκους. Επειδή όμως "λόγοι" συνήθως ονομάζονται ήδη από τον Ηρόδοτο οι ιστορικές συγγραφές και η ονομασία αυτή χρησιμοποιείται και από το Θουκυδίδη, όταν αναφέρεται στους προδρόμους της ιστοριογραφίας, ο όρος "λογογράφοι" χρησιμοποιείται για να μη δημιουργηθεί σύγχυση. Οι λογογράφοι που έγραψαν ιστορικές μελέτες ήταν Ίωνες από τη Μικρά Ασία και τα νησιά. Ο λόγος τους ήταν μίμηση του Ομήρου και του έπους και όπως γράφει ο Αριστοτέλης "φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν". Συνεπώς οι λογογράφοι μιμούμενοι την επική ποίηση δε μεταχειρίζονταν μόνο την ιωνική διάλεκτο και πολλές εκφράσεις της επικής γλώσσας, αλλά απέβλεπαν κυρίως στα εξωτερικά φαινόμενα και δεν εξέταζαν τη συνάφεια των πραγμάτων και των γεγονότων με όλο που έδειχναν κάποια τάση προς τον ορθολογισμό. Καταγίνονταν κυρίως με την κτίση των πόλεων, τη γενεαλογία των βασιλευόντων γενών, τα αξιόλογα φυσικά φαινόμενα και τα έθιμα των διαφόρων λαών. Παράλληλα δεν ξεχώριζαν την ιστορία από τους μύθους και επειδή παρέβλεπαν την ιστορία του παρόντος καταγίνονταν με αυτή του σκοτεινού παρελθόντος. Τα έργα όμως αυτά εξαφανίστηκαν πρώιμα από τις τεχνικότερες και τις κριτικότερες συγγραφές των αττικών και αλεξανδρινών συγγραφέων και έτσι δε σώθηκε κανένα από αυτά.
  • Ο παλαιότερος από τους Ίωνες λογογράφους είναι ο Κάδμος ο Μιλήσιος, που άκμασε κατά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Φέρεται ως συγγραφέας της "Μιλήτου Κτίσεως". Ο νεότερός του Ακουσίλαος έγραψε γενεαλογίες. Ο Σκύλαξ έγραψε "Περίπλουν", όπου περιέγραφε τις ακτές του Ινδικού Ωκεανού, που επισκέφτηκε. Άλλοι λογογράφοι υπήρξαν: ο Χάρων από τη Λάμψακο, ο Φερεκύδης από τη Λέρο, ο Ελλάνικος από τη Μυτιλήνη, ο Αντίοχος από τις Συρακούσες.
  • Ο πιο γνωστός από τους λογογράφους υπήρξε ο Εκαταίος ο Μιλήσιος γνωστός από την κριτική του Ηροδότου. Ο Εκαταίος γεννήθηκε το 540 π.Χ. και πήρε μέρος στην ιωνική επανάσταση. Έγραψε γενεαλογίες και "Γης περίοδον", δηλαδή περιήγηση της γης. Το τελευταίο αυτό έργο διαιρείται σε δύο μέρη Ευρώπη, Ασία και δεν είναι όπως τα έργα των άλλων λογογράφων, συλλογή διηγήσεων, τις περισσότερες φορές φανταστικών, αλλά πραγματική έρευνα (ιστορίας) στην οποία ο συγγραφέας εκθέτει τις προσωπικές του παρατηρήσεις.
  • Οι αισώπειοι μύθοι. Στην αρχαϊκή περίοδο ανήκουν και οι αισώπειοι μύθοι. Ο Αίσωπος έζησε κατά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Για τη ζωή του δε γνωρίζουμε τίποτε το θετικό. Γύρω από αυτήν από την αρχαιότητα έλεγαν διάφορα ανέκδοτα που περιλήφθηκαν στο "Βίο Αισώπου", τον οποίο αποδίδουν στο Μάξιμο Πλανούδη.
  • Τον θεωρούσαν Φρύγα δούλο και σύγχρονο του Κροίσου. Φαίνεται ότι ο Αίσωπος κατέγραψε σε πεζό λόγο παλαιότερους έμμετρους μύθους που κυκλοφορούσαν προφορικά. Οι αισώπειοι μύθοι που γνωρίζουμε σήμερα στηρίζονται στους χωλιάμβους του Βαβρίου (1ος αιώνας μ.Χ.), για τον οποίο θα γίνει λόγος αργότερα.
  • Στους μύθους του Αισώπου διαφαίνεται η αρχή της πρακτικής ηθικής, που γεννιέται έτσι σκεπασμένη με τον πέπλο του μύθου.

Ο Ηρόδοτος

Ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός συγγραφέας του 5ου π.Χ. αιώνα, ανήκει στη γενιά των Ιώνων διανοητών. Πρώτος συνέλαβε την ιδέα να παραδώσει στην αιωνιότητα αξιόλογα γεγονότα από τη δράση των ανθρώπων, δηλ. να γράψει ιστορία.

Γι' αυτό και από τους μεταγενέστερους ονομάστηκε "Πατέρας της Ιστορίας" όπως πρωτονομάστηκε από τον περίφημο Ρωμαίο ρήτορα και πολιτικό Κικέρωνα, και έτσι είναι ως σήμερα παγκόσμια γνωστός. Στον Ηρόδοτο οφείλουμε το πρώτο ιστορικό και γεωγραφικό σύγγραμμα για τους λαούς της Δυτικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής, και τις σχέσεις τους με την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Πολλοί νεότεροι ερευνητές υποστήριξαν πως το έργο του Ηροδότου αποτέλεσε το εγχειρίδιο που χρησιμοποίησαν οι Έλληνες έμποροι στα ταξίδια τους προς την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και στα ενδότερα της δυτικής Ασίας, για να γνωρίσουν τους λαούς και τα προϊόντα των διαφόρων χωρών με τις οποίες σκόπευαν να αναπτύξουν εμπορικές σχέσεις και ανταλλαγές.

Στη μικρασιατική παραλία στον Κεραμεικό κόλπο, απέναντι από τη νήσο Κω, ήταν η πόλη Αλικαρνασσός, αποικία ελληνική δωρική (την είχαν χτίσει Δωριείς άποικοι από την Τροιζηνία της Πελοποννήσου τον 9ο αιώνα). Ο πληθυσμός της αποτελούνταν από Δωριείς, Ίωνες και από τους ντόπιους, τους Κάρες. Στην αρχή, η πόλη ήταν μέλος της δωρικής Εξάπολης (του συνδέσμου των εκεί δωρικών αποικιών- πόλεων), αλλ' αργότερα υπερίσχυσαν οι Ίωνες κάτοικοί της και προσχώρησε στον Πανιώνιο (στην ομοσπονδία των ιωνικών αποικιών- πόλεων). Λόγω της εξαιρετικής γεωγραφικής της θέσης - γιατί ήταν κέντρο συγκοινωνιών προς την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας και σταθμός για τα πλοία που περνούσαν προς την Αίγυπτο - γρήγορα έγινε πλούσια και μεγάλη εμπορική πόλη.

Το 560 π.Χ. υποδουλώθηκε από το βασιλιά των Λυδών Κροίσο και δώδεκα χρόνια αργότερα δοκίμασε το ζυγό των Περσών, όπως και οι άλλες ελληνικές αποικίες της Μ. Ασίας. Κατά την εποχή των Μηδικών πολέμων, στην Αλικαρνασσό δυνάστευε καρικός Οίκος, με την περίφημη Αρτεμισία, που πήρε μέρος σαν σύμμαχος των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Αυτή η πόλη ήταν η πατρίδα του Ηροδότου.

Ο Ηρόδοτος γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό στα 484 (ή 485) π.Χ. και εκεί μεγάλωσε. Η οικογένειά του ήταν από τις επίσημες της πόλης. Ο πατέρας του ονομαζόταν Λύξης και η μητέρα του Δρυώ (ή Ροιώ) είχε αδελφό, που τον έλεγαν Θεόδωρο και θείο τον ποιητή και μάντη Πανύαση. Μερικοί ισχυρίζονται ότι στις φλέβες του έρρεε και αίμα καρικό, γιατί, λεν, τα ονόματα του πατέρα του και του θείου του δεν είναι ελληνικά. Μπορεί να έγινε μια τέτοια επιμιξία, ωστόσο όμως ο ελληνικός πολιτισμός στη Μ. Ασία είχε αφομοιώσει πολλούς βαρβάρους.

Πάντως ο ίδιος ο Ηρόδοτος θεωρούσε τον εαυτό του γνήσιο Έλληνα. Για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια δεν ξέρουμε τίποτα. Μεγάλωσε σε μια εποχή, που είχαν γίνει συνταρακτικά γεγονότα. Οι Πέρσες, είχαν κάνει τις εκστρατείες τους εναντίον της Ελλάδος και είχαν σημειώσει τραγική αποτυχία. Οι ενωμένες ελληνικές δυνάμεις μετέβαλαν την άμυνα σε επίθεση κατά των Περσών, κυριάρχησαν και πάλι στο Αιγαίο και απελευθέρωσαν τις ιωνικές πόλεις. Τότε γεννήθηκε και η αθηναϊκή συμμαχία. Αυτά τα μεγάλα γεγονότα επηρέασαν όλον τον Ελληνισμό και πιο πολύ την ελληνική νεολαία και μάλιστα εκείνη που ήταν ακόμη υπόδουλη. Μέσα σε τέτοιο κλίμα διαμορφώθηκε η εφηβεία του μέλλοντος ιστορικού. Ήταν περίπου 25ετής ο Ηρόδοτος, όταν οι δημοκρατικοί της Αλικαρνασσού οργάνωσαν επανάσταση, για να διώξουν τον τύραννο της πόλης και τοποτηρητή των Περσών Λύγδαμη. Όμως απέτυχε η επανάσταση, θανατώθηκαν από τον τύραννο όσοι πιάστηκαν και ανάμεσά τους ο Πανύασης.

Οι υπόλοιποι έφυγαν, για να σωθούν. Έτσι βρέθηκε και ο Ηρόδοτος φυγάς μαζί με την οικογένειά του στη Σάμο, που ήταν τότε μεγάλο ιωνικό κέντρο, οικονομικό και πνευματικό. Στη Σάμο οι φυγάδες (εξόριστοι) φιλοξενήθηκαν αρκετά χρόνια. Και από εκεί, φαίνεται, οργάνωσαν τη δεύτερη επανάσταση κατά του τυράννου της πατρίδος τους, και νικητές μπήκαν στην Αλικαρνασσό το 454 π.Χ., που από τότε σύμφωνα με επιγραφικές μαρτυρίες προσχωρεί στην αθηναϊκή συμμαχία. Όμως ο Ηρόδοτος, 30ετής τώρα, δε μένει στην ελεύθερη πατρίδα του. Ή γιατί διαφώνησε πολιτικά με τους φίλους και συμπατριώτες του, που μαζί χτύπησαν και έριξαν τον τύραννο της πατρίδας τους Λύγδαμη, ή γιατί τότε νόμισε κατάλληλο τον καιρό να ταξιδέψει για να γνωρίσει ξένες χώρες και τους λαούς αυτών των χωρών, ή για άλλους λόγους.

Κανένας άλλος συγγραφέας, προγενέστερος ή σύγχρονός του, δεν έκανε τόσα πολλά και τόσα μεγάλα ταξίδια, όσα ο Ηρόδοτος. Μερικοί είπαν ότι τα ταξίδια αυτά τα έκανε για εμπορικούς σκοπούς. Τίποτα όμως δεν το επιβεβαιώνει αυτό. Το πιο σωστό είναι ότι στα μεγάλα αυτά ταξίδια τον έσπρωξε η μεγάλη του έφεση για μάθηση, η ανικανοποίητη περιέργεια να γνωρίσει τη ζωή των γύρω από τον ελληνικό χώρο "βαρβάρων λαών", όπως τους αποκαλούσαν οι Έλληνες και συνάμα να μάθει εκεί, από τους ίδιους, το παρελθόν τους και αφού συγκεντρώσει όλα αυτά τα στοιχεία να γράψει κατόπιν την ιστορία του για τους Έλληνες, όπως έκαναν και άλλοι πριν από αυτόν. Έπειτα συνεχώς απασχολούσαν το μυαλό του τα γεγονότα των Μηδικών πολέμων, που έπρεπε να γίνουν ιστορία, τα στοιχεία τους (το ιστορικό υλικό) ο Ηρόδοτος τα είχε συγκεντρώσει, μα έπρεπε να γνωρίσει τους Ασιάτες, αυτούς που ήλθαν σαν θάλασσα να κατακλύσουν την μικρή μα ελεύθερη Ελλάδα, σαν έθνη και σαν κοινωνίες και σαν κράτος περσικό.

Έτσι θα ολοκληρωνόταν το πλάνο, το σχέδιο, για να βγει μία συγγραφή, ένα βιβλίο με τόσο πλούσια και σπουδαία ιστορικά γεγονότα. Τα ταξίδια του κράτησαν περίπου μια δεκαετία. Ανάμεσα στη δεκαετία 454- 444 π.Χ. ο Ηρόδοτος διαρκώς ταξίδευε. Δεν άφησε μέρος από τον τότε γνωστό κόσμο, όπου ήταν δυνατό να φτάσει, που να μην το επισκεφτεί. Δεν έφτασε βέβαια στα πιο ακραία σημεία. Τα ταξίδια τότε δεν ήταν ούτε εύκολα ούτε ακίνδυνα. Οι γλώσσες πολλές, πανσπερμία οι λαοί. Η γλωσσομάθεια ανύπαρκτη. Έπρεπε παντού να έχει το διερμηνέα του. Και πιο πολύ ακόμη τα τότε συγκοινωνιακά μέσα δύσκολα, δυσεύρετα πολλές φορές και όχι σίγουρα για επιστροφή... Και όμως ακούραστος και άφοβος επιχειρεί το γύρο του τότε γνωστού κόσμου.

Οι γεωγραφικές του πληροφορίες, για την εποχή που έγραφε, ήταν σημαντικότατες. Για κάθε χώρα μας πληροφορεί για τα βουνά και τις πεδιάδες, για τους ποταμούς και τις θάλασσες, για τα δάση και τις ερήμους, για τα φυτά και τα ζώα, για τα προϊόντα της. Παρέχει πληροφορίες για άγνωστες ή ελάχιστα γνωστές ως τότε περιοχές και χώρες, για το κλίμα τους, για τις διαστάσεις χωρών, μεγάλων λιμνών και θαλασσών.

Για τον αρχαίο κόσμο, όπου η επιστήμη μόλις άπλωνε τους πρώτους κλώνους της, η άγνοια σε ζητήματα γεωγραφικά ήταν μεγάλη. Γι' αυτό οι αρχαίοι διανοητές άρχισαν από πολύ νωρίς να στρέφουν την προσοχή τους σε αυτόν τον τομέα. Πριν από τον Ηρόδοτο, πολλοί είχαν ασχοληθεί με αυτό το θέμα, όπως ο Εκαταίος κ.ά. Πρώτος όμως προσπάθησε να ολοκληρώσει το θέμα της οικονομικής και πολιτικής γεωγραφίας ο Ηρόδοτος.

Μερικοί από τους μελετητές του έργου του, στη νεότερη εποχή, τον κατηγόρησαν ότι δίνει εσφαλμένες γεωγραφικές πληροφορίες. Όμως ήταν αδύνατο, για την εποχή του, να τα εξακριβώσει όλα, ώστε πουθενά να μην πέσει έξω. Στα πιο πολλά όμως και ίσως τα κυριότερα σημεία, νομίζει κανείς πως διαβάζει κάποιον σύγχρονο επιστήμονα γεωγράφο. Σημαντικότατες είναι και οι εθνογραφικές του πληροφορίες.

Τα σχετικά κεφάλαια της ιστορίας του αποτελούν σπουδαίες σήμερα πηγές για τη γενική ιστορία του πολιτισμού. Για τον κάθε λαό αναφέρει τους όρους της διαβίωσης του, τις ασχολίες του, τους πόρους του τους οικονομικούς, τα έθιμα και τη γλώσσα του και εξετάζει τη θρησκεία του. Μας πληροφορεί επίσης πώς ντύνεται και πώς στολίζεται ο κάθε λαός, τι συνήθειες έχει στην καθημερινή του ζωή. Προσπαθεί να εξακριβώσει τη φυλετική καταγωγή και τις συγγένειες μεταξύ των λαών. Αναφέρει και περιγράφει τα μεγάλα τεχνικά έργα κάθε περιοχής που επισκέπτεται° διώρυγες, τείχη, ανάκτορα, ναούς, έργα τέχνης, πυραμίδες κλπ. Μαζί όμως με όλες αυτές τις πληροφορίες, η βάση του έργου του είναι ιστορική.

Μετά την ιστορία της Λυδίας, δίνεται ολόκληρη η ιστορία της Περσίας και με βάση αυτήν, όσα στοιχεία ιστορικά μπόρεσε να συγκεντρώσει για τους Σκύθες, για τους Μασσαγέτες, για την Αίγυπτο, για τη Βαβυλώνα και όλο το άλλο πλήθος των λαών της Ανατολής και της Αφρικής. Περιγράφει κατόπιν, με πολλές ιστορικές λεπτομέρειες, την Ιωνική επανάσταση και εξετάζει αναλυτικά τους μετά από αυτή Μηδικούς πολέμους. Έτσι παρουσιάζεται για πρώτη φορά στον ελληνικό λόγο, η Ιστορία, σαν ένα έργο με μεγάλες αξιώσεις και πλήρες, που ίσως να του λείπει το τέλος του, που δεν πρόφθασε ο "πατέρας της ιστορίας" να δώσει.

Ο Θουκυδίδης

Ο Αθηναίος στρατηγός και ιστορικός Θουκυδίδης, ο πρώτος "αντικειμενικός" συγγραφέας σύγχρονης ιστορίας, διακρίνεται για το ύφος του, την αυστηρή και δίκαιη κρίση του, την τεκμηριωμένη αφήγησή του και τη χρονολογική ακρίβεια.

Το σπουδαιότερο στοιχείο στο ιστορικό έργο του Θουκυδίδη είναι η ορθολογιστική θεώρηση των πραγματικών και των συνθετικών στοιχείων που αποτελούν το κάθε σημαντικό πρόσωπο.

Μερικοί από τους ξένους μελετητές της ιστορίας της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας χαρακτήρισαν το Θουκυδίδη "Αναξαγόρα της Ιστορίας". Ο χαρακτηρισμός αυτός δίνει ανάγλυφη μία από τις πιο σημαντικές πλευρές του μεγάλου ιστορικού. Την καθιέρωση του γνώμονα της καθαρής επιστημονικής κριτικής.

Η ισχυρή πρωτοτυπία της διήγησης και όλα τα προσόντα του έκαναν την "Ξυγγραφή" ιστορικό πρότυπο για τους μετεγενεστέρους. Πολλοί μιμήθηκαν το Θουκυδίδη, το ύφος και τη δομή του έργου του. Ανάμεσα σ' αυτούς οι πιο αξιομνημόνευτοι είναι ο Πολύβιος, ο Φίλιστος, ο Ηρωδιανός και ο Προκόπιος. Λατίνοι ιστορικοί ο Λίβιος, ο Κορνήλιος Νέπως, ο Κικέρων, ο Σαλλούστιος και ο Τάκιτος. Όμως και πολλοί από τους Έλληνες και Λατίνους ιστορικούς τους οποίους γνωρίζουμε μόνο από αποσπάσματα αναφέρονται από αρχαίες πηγές ως μιμητές της ιστορίας του Θουκυδίδη.

Ο Ξενοφώντας

Ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός και στρατιωτικός που ήταν συνδημότης του Ισοκράτη, καταγόμενος από το δήμο της Ερχιάς, γεννήθηκε γύρω στο 430 π.Χ., από πλούσιους αριστοκράτες γονείς. Περισσότερα εδώ.

Οι άλλοι ιστορικοί

Ο Αντίοχος ο Συρακούσιος έγραψε τη "Σικελιώτιδα" σε ιωνική διάλεκτο. Το έργο αυτό άρχιζε από την εποχή του βασιλιά Κωκάλου και κατέληγε στο 424, δηλ. στο έτος που έγινε η ειρήνη της Γέλας. Η "Σικελιώτιδα" από την οποία πήρε στοιχεία και ο Θουκυδίδης για την ιστορία της εκστρατείας των Αθηνών στη Σικελία επισκιάστηκε αργότερα από τα ονομαστότερα έργα του Φιλίστου και του Τιμαίου και εξαφανίστηκε εντελώς κατά την εποχή του Στράβωνα. Πιο πολύ χρόνο διατηρήθηκε το έργο του "Ιταλίας οικισμός", αποσπάσματα του οποίου διέσωσαν ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Στράβων και ο Στέφανος Βυζάντιος.

Ο Κτησίας ο Κνίδιος (5- 4 αι π.χ.) συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Πέρσες κατά το 415 και έμεινε 17 χρόνια στην Περσία. Είχε την εκτίμηση των βασιλέων της χώρας αυτής για το λόγο ότι ήταν ταυτόχρονα και γιατρός. Στη μάχη κοντά στα Κούναξα ήταν με το μέρος του Αρταξέρξη και αυτός θεράπευσε τον βασιλιά, όταν τραυματίστηκε από τον Κύρο. Αργότερα στάλθηκε πολλές φορές από το βασιλιά ως πρεσβευτής προς τον Ευαγόρα και τον Κόνωνα. Το 398, αφού στάλθηκε και πάλι στην πατρίδα του, δε γύρισε πια στην Περσία. Έπειτα από την εμπειρία του σχετικά με τα ζητήματα της Ασίας και τη μελέτη των "βασιλικών διφθερών" του Διοδώρου έγραψε σε ιωνική διάλεκτο το έργο "Περσικά" σε 23 βιβλία, επιτομή του οποίου διέσωσε ο Φώτιος. Τα πρώτα έξι βιβλία αναφέρονταν στην ιστορία των Ασσυρίων και των Μήδων, ενώ τα άλλα στην περσική ιστορία ως το 398. Άλλο έργο του, τα "Ινδικά", σε ένα βιβλίο, έδινε τις πρώτες πληροφορίες σχετικά με τη Ινδία και κυρίως για τα ζώα και τα φυτά της. Και του έργου αυτού διέσωσε επιτομή ο Φώτιος. Εξάλλου αναφέρεται και ένα γεωγραφικό έργο του Κτησία, με το τίτλο "Περίπλους ή Περίοδος".

Ο Αινείας ο τακτικός ήταν σύγχρονος του Ξενοφώντα και καταγινόταν, όπως και αυτός, με τα θέματα, που αναφέρονταν στον πόλεμο. Το σωζόμενο έργο του "Τακτικόν υπόμνημα περί του πως χρη πολιορκουμένους αντέχειν" αποτελεί κεφάλαιο μεγαλύτερου έργου, το οποίο ο Πολύβιος μνημονεύει και είχε τον τίτλο "Των περί των στρατηγικών υπομνημάτων". Αργότερα ο Κινέας, ο στρατηγός του βασιλιά Πύρρου, φιλοτέχνησε επιτομή του έργου, την οποία μνημονεύει ο Αρριανός στην "Τακτική Τέχνη".

Ο Φίλιστος ο Συρακούσιος (435- 356 π.Χ.) άρχισε να γράφει το έργο του "Σικελικά" στον τόπο που κατέφυγε όταν εκδιώχτηκε (386) από τη Σικελία από το Διονύσιο εξ αιτίας των ταραχών που σημειώθηκαν εκεί. Στο πρώτο μέρος πραγματευόταν σε 7 βιβλία την ιστορία των παλαιοτέρων χρόνων της Σικελίας ως την άνοδο στην εξουσία του Διονυσίου του πρώτου, δηλ. ως το 406. Στο δεύτερο μέρος αρχικά εξιστορούσε σε 4 βιβλία τα ζητήματα σχετικά με το Διονύσιο τον πρεσβύτερο και κατόπιν συμπληρώνοντας το έργο του πραγματεύτηκε σε 2 βιβλία και την ιστορία του Διονυσίου του νεοτέρου, από το 367 ως το 363. Ο Κικέρων τον αποκαλεί μικρό Θουκυδίδη.

Οι μεγάλοι ιστορικοί των παλαιοτέρων χρόνων, επειδή άσκησαν πολιτικά και στρατιωτικά καθήκοντα, απέκτησαν άριστα εφόδια και έγιναν αρμοδιότατοι στη συγγραφή ιστοριών. Στο τέλος όμως της περιόδου που μας απασχολεί άρχισε να θεωρείται ως κατάλληλη προγύμναση περισσότερο η μελέτη της ρητορικής τέχνης, παρά η απασχόληση με τα δημόσια πράγματα. Για το λόγο αυτό με την ιστοριογραφία καταγίνονταν πια οι ρήτορες αντί των ιστοριογράφων.

Έτσι εισχώρησε και στην ιστοριογραφία η τάση για κομψές φράσεις και ευφυείς εκφράσεις, παραμελήθηκε η επιμελημένη έρευνα των πραγμάτων και εγκαταλείφτηκε η ειλικρινής γι' αυτά κρίση. Οι καλύτεροι από τους ρητορικούς αυτούς ιστοριογράφους ήταν ο Έφορος και ο Θεόπομπος.

Ο Έφορος από την Αιολίδα Κύμης, όχι μόνο έγινε μαθητής του Ισοκράτη, αλλά και από το διδάσκαλό του πήρε την υπόθεση της δικής του ιστορίας. Το ιστορικό έργο του, που διαιρείται σε 30 βιβλία ήταν η πρώτη ελληνική καθολική ιστορία, η πρώτη "Ιστορία κοινών πράξεων". Άρχιζε από το πρώτο σίγουρο ιστορικό γεγονός (την κάθοδο των Ηρακλειδών) και τελείωνε στην πολιορκία της Περίνθου το 340, γιατί φαίνεται ότι ο Έφορος πέθανε στο μεταξύ.

Ο γιος του Δημόφιλος φρόντισε για την έκδοση ολόκληρου του έργου του πατέρα του, αφού έγραψε και περιέλαβε σε αυτό και το λεγόμενο Ιερό Πόλεμο και έτσι συμπλήρωσε το τελευταίο βιβλίο. Το έργο αυτό είχε γραφεί κατά τέτοιον τρόπο, που το κάθε βιβλίο να έχει δικό του προοίμιο και μια ολοκληρωμένη υπόθεση. Στα ιστορικά γεγονότα πρόσεχε να συνδυάζει τη γεωγραφία με τις κτίσεις των πόλεων και μάλιστα το 4ο βιβλίο είχε τον τίτλο "Ευρώπη". Από αυτό δανείστηκε ο συγγραφέας του "Περίπλου της Ευρώπης" την περιγραφή της Ελλάδας. Ο Έφορος έπαιρνε την ύλη για το έργο του από τους παλαιότερους ιστορικούς, ενώ από τον Ηρόδοτο περιέλαβε σχεδόν κατά λέξη ολόκληρα μέρη. Στη χρησιμοποίηση των πηγών έδειξε και κρίση και φιλαλήθεια, αποκήρυξε τους γενεαλογικούς μύθους του Ελλανίκου και απέκλεισε από την ιστορία τους μυθικούς χρόνους.

Ωστόσο δεν παρέμεινε συνεπής σε αυτά, γιατί όπως μας πληροφορεί ο Στράβωνας, αναφέρει το μύθο για τον αγώνα του δελφικού Απόλλωνα προς το δράκοντα σαν ιστορικό γεγονός. Παράλληλα δεν είχε στρατηγικές γνώσεις και γι' αυτό δεν μπορούσε να παρουσιάσει σωστά τα πολεμικά θέματα. Έτσι, όπως λέγει ο Πολύβιος, εξιστορώντας ο Έφορος τις μάχες των Λεύκτρων και της Μαντινείας φαίνεται εντελώς άπειρος. Ωστόσο ο Διόδωρος χρησιμοποίησε το έργο του ως πρότυπο και το κατάκλεψε, ενώ άλλοι ιστορικοί φιλοτέχνησαν επιτομές από αυτό.

Ο Θεόπομπος ο Δαμασιστράτου από τη Χίο γεννήθηκε το 380 π.Χ. Έφυγε από την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Μετά το 45ο έτος της ηλικίας του γύρισε στη Χίο με τη βοήθεια του Αλεξάνδρου. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου εξορίστηκε πάλι και αφού πήγε σε πολλές χώρες εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, στο βασιλιά Πτολεμαίο. Πέθανε ίσως στο εξωτερικό.

Τα δυο μεγάλα του έργα ήταν τα "Ελληνικά" σε 12 βιβλία, που περιλάμβαναν την ιστορία από το 410 ως το 394, δηλ. ως τη μάχη κοντά στην Κνίδο και τα "Φιλιππικά" σε 58 βιβλία, που είχαν σαν βάση την εξουσία του βασιλιά Φιλίππου της Μακεδονίας και σε πολλές και εκτεταμένες παρεμβάσεις περιλάμβαναν ολόκληρη την ιστορία της εποχής εκείνης. Έτσι κατέταξε στο έργο τρία βιβλία (39- 41), που περιείχαν τις Σικελικές πράξεις, την ιστορία των Αθηναίων δημαγωγών τα "Θαυμάσια" και την ιστορία των αρπαγέντων θησαυρών των Δελφών. Αργότερα όμως ο βασιλιάς Φίλιππος ο Γ' συνέταξε επιτομή των Φιλιππικών από 16 βιβλία παραλείποντας όλα τα άλλα, που δεν ανήκαν στην κυρίως ιστορία του Φιλίππου. Παράλληλα ο Θεόπομπος (ή άλλος που χρησιμοποίησε το όνομά του) έγραψε επιτομή των ιστορικών του Ηροδότου σε δύο βιβλία.

Τα τρία δε αυτά έργα, όπως φαίνεται, συνενώθηκαν αργότερα και αποτέλεσαν ένα ενιαίο έργο σε 72 βιβλία. Ο ρήτορας Αναξιμένης από κακία απέδωσε στο Θεόπομπο και το έργο "Τρικάρανος", στο οποίο αποδεικνυόταν ότι αιτία όλων των κακών της Ελλάδας ήταν οι τρεις πόλεις Αθήναι, Σπάρτη και Θήβαι. Από τα έργα του Θεόπομπου σώζονται μόνο αποσπάσματα και επιτομές.

Οι κρίσεις των αρχαίων για το έργο του διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό. Έτσι ο Διονύσιος στην Επιστολή του προς το Γάιο Πομπήιο εγκωμιάζει "το υψηλόν και μεγαλοπρεπές της λέξεως και την δημοσθένειον σχεδόν δεινότητα", ενώ ο Πολύβιος λέγει το "φιλολοίδορον αυτού εν τη περιγραφή του βασιλέως Φιλίππου και των εταίρων αυτού και την έλλειψιν στρατηγικών γνώσεων εν τη διηγήσει των μαχών". Παρ' όλα αυτά ο Θεόπομπος ήταν ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της Ελλάδας. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι οι μεταγενέστεροι διάβαζαν με προσοχή το έργο του και αντλούσαν από αυτό στοιχεία.

Η αρχή της ρητορικής

Η ιστορία της ρητορικής αρχίζει από τότε που αυτή διδασκόταν ως τέχνη και οι λόγοι εκδίδονταν και πολλαπλασιάζονταν από τους αντιγραφείς. Προηγουμένως οι παλαιοί αοιδοί εγκωμίαζαν την ευγλωττία του Αδράστου και του Νέστορα, από τη γλώσσα του οποίου "μέλιττος γλυκίων ρέεν αυδή". Παράλληλα στην εποχή, που τα πρωτεία στην πολιτική παλαίστρα των Αθηνών τα είχαν αυτοί που διέθεταν την "ισχύ του πείθοντος", ο Θεμιστοκλής και ο Περικλής στήριζαν την πολιτική τους δύναμη στη ρητορική τους δεινότητα. Πρώτος δάσκαλος της ρητορικής ήταν ο Κόραξ, ο οποίος θεωρούσε τη ρητορική ως "τέχνη πειθούς δημιουργόν". Άμεσος διάδοχός του ήταν ο Τεισίας (ή Τισίας), ο οποίος αφού συγκέντρωσε τους κανόνες του διδασκάλου του έγραψε "Ρητορική Τέχνη" και συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στη μελέτη της ρητορικής στην Αττική. Από τη Σικελία η ρητορική μεταφυτεύτηκε στην Αθήνα μέσω του Γοργία, όπου βρήκε γόνιμο έδαφος εξ' αιτίας της φιλοδικίας των πολιτών και της σοφιστικής τάσης της εποχής εκείνης.

Από τους γραμματικούς και μάλιστα τους Περγαμηνούς συντάχτηκε πιθανότατα κατά το 125 π.Χ. ο κανόνας των δέκα αττικών ρητόρων, που ήταν οι παρακάτω: Αντιφώντας, Ανδοκίδης, Λυσίας, Ισοκράτης, Ισαίος, Αισχίνης, Δημοσθένης, Υπερείδης, Λυκούργος, Δείναρχος.

 LP  Το περιεχόμενο του άρθρου βασίζεται σε αντίστοιχο άρθρο της Live-Pedia δημοσιευμένο με την GFDL. (ιστορικό).