Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Εβραϊκή γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
עברית [‘Ivrit]
Εβραϊκή
Ομιλείται σε: Ισραήλ και άλλες χώρες, Η.Π.Α.
Oμιλητές: 6 εκατομμύρια περίπου. 500 χιλιάδες μη Εβραίοι στη Γάζα, Δυτική Όχθη, Ισραήλ και 195,375 στις Η.Π.Α..
Κατάταξη: Δεν ανήκει στις πρώτες εκατό
Ταξινόμηση: Αφροασιατική
  Σημιτική
   Κεντρική σημιτική
    Βορειοδυτική σημιτική
     Χαναανική
      Εβραϊκή
Kατάσταση
Επίσημη γλώσσα: Ισραήλ
Ρυθμιστής: Ακαδημία της Εβραϊκής γλώσσας (האקדמיה ללשון העברית HaAqademia LaLashon Ha‘Ivrit)
Κώδικες γλώσσας
ISO 639-1 he
ISO 639-2 heb
ISO 639-3 heb (Αγγλικά)
SIL HBR


Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα τής αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την de facto γλώσσα τού κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας τής Tanakh (Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή τής εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τούς επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους τής Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή τής Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή τού Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό τής Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο τής εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος τού 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας τής ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Ben-Yehuda ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες τής Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος ‘Ivrit. Ο πρώτος πρωθυπουργός τού Κράτους τού Ισραήλ Νταβίτ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας τής μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα τής υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (Mandat[e] της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα τού νεοσύστατου Κράτους τού Ισραήλ.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία

Ο όρος Εβραϊκή γλώσσα αναφέρεται σε μία από τις διάφορες διαλέκτους τής Χαναανικής. Η Εβραϊκή (Ισραήλ) και η Μωαβιτική (Ιορδανία) αποκαλούνται Νότιες Χαναανικές διάλεκτοι, ενώ η Φοινικική (Λίβανος) αποκαλείται Βόρεια Χαναανική διάλεκτος. Η Χαναανική συγγενεύει στενά με την Αραμαϊκή και, σε μικρότερο βαθμό, με τη Νοτιο-Κεντρική Αραβική. Ενώ οι άλλες χαναανικές διάλεκτοι έχουν εκλείψει, η Εβραϊκή επιβίωσε.

Ως ομιλουμένη γλώσσα η Εβραϊκή ήκμασε στο Ισραήλ από τον 10 αι. π.Χ. μέχρι λίγο πριν από τη Βυζαντινή περίοδο (3ος ή 4ος αι. μ.Χ.). Κατόπιν η Εβραϊκή παρέμεινε γραπτή γλώσσα ώς τη σύγχρονη εποχή, οπότε αναβίωσε ως ομιλουμένη γλώσσα τον 19ο αιώνα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη Εβραϊκά ή εβραϊστί (‘ivrit) δεν χρησιμοποιείται για τη γλώσσα παρά μόνο κατά την ελληνιστική περίοδο. Στη Βίβλο συναντούμε συνήθως τη λέξη yĕhûdît «ιουδαϊστί».

Η Εβραϊκή ως ξεχωριστή Χαναανική διάλεκτος

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία τής μη Βιβλικής Εβραϊκής ως διακριτής γλώσσας, το ημερολόγιο της Γεζέρ, ανάγεται στον 10ο αι. (περ. 925 π.Χ.) κατά την έναρξη της Μοναρχικής Περιόδου, τον καιρό των βασιλέων Δαβίδ και Σολομώντα. Το ημερολόγιο αυτό, το οποίο εντάσσεται στην περίοδο της Αρχαίας Βιβλικής Εβραϊκής, παρουσιάζει έναν κατάλογο εποχών και σχετικών αγροτικών εργασιών, γραμμένο σε επτά οριζόντιες και μία κάθετη γραμμή. Το ημερολόγιο αυτό οφείλει το όνομά του στην πόλη κοντά στην οποία βρέθηκε και είναι γραμμένο σε αρχαία Σημιτική γραφή, συγγενή προς τη Φοινικική, η οποία μέσω των Ελλήνων και των Ετρούσκων εξελίχθηκε στο λατινικό αλφάβητο. Το ημερολόγιο της Γεζέρ είναι γραμμένο χωρίς φωνήεντα και δεν χρησιμοποιεί σύμφωνα που υπονοούν φωνήεντα ακόμη και στις θέσεις όπου η κατοπινή εβραϊκή γραφή απαιτεί κάτι τέτοιο.

Το επίθυρο της Σεβνά, από τον τύμβο ενός βασιλικού ακολούθου που βρέθηκε στη Σιλωάμ, χρονολογείται τον 7ο αιώνα π.Χ.
Το επίθυρο της Σεβνά, από τον τύμβο ενός βασιλικού ακολούθου που βρέθηκε στη Σιλωάμ, χρονολογείται τον 7ο αιώνα π.Χ.

Αρκετές παλαιότερες πινακίδες έχουν βρεθεί στην περιοχή με παρόμοιες γραφές σε άλλες Σημιτικές γλώσσες, παραδείγματος χάριν στην Πρωτοσιναϊτική. Εικάζεται ότι τα αρχικά σχήματα της γραφής ανάγονται στην ιερογλυφική γραφή των αρχαίων Αιγυπτίων, αν και η φωνητική αξία τους έχει καθοριστεί από την ακροφωνική αρχή. Ο κοινός πρόγονος τής Εβραϊκής και της Φοινικικής, η Χαναανική γλώσσα, ήταν πιθανώς η πρώτη που χρησιμοποίησε σημιτικό αλφάβητο διακριτό από το αιγυπτιακό.

Μια αρχαία μαρτυρία είναι η διάσημη Μωαβιτική Λίθος (περ. 830 π.Χ.), γραμμένη στη μωαβιτική διάλεκτο, στην οποία αναφέρεται ο Μωαβίτης βασιλιάς Μησά καυχώμενος για τις νίκες του επί των Ισραηλιτών. Η Επιγραφή τού Σιλωάμ, κοντά στην Ιερουσαλήμ, αποτελεί πρώιμο δείγμα Εβραϊκής. Βρέθηκε στον αγωγό που έκτισε ο βασιλιάς Εζεκίας κάτω από την πόλη τού Δαβίδ, προκειμένου να υδροδοτηθεί η Δεξαμενή τού Σιλωάμ. Λιγότερο παλαιά δείγματα αρχαϊκής Εβραϊκής περιέχουν τα όστρακα που βρέθηκαν κοντά στη Λαχείς, τα οποία καταγράφουν γεγονότα πριν από την τελική κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Ναβουχοδονόσορ και τη Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία τον 6ο αιώνα π.Χ.

Κλασική Εβραϊκή

Υπό ευρύτερη έννοια, Κλασική Εβραϊκή ονομάζεται η ομιλουμένη γλώσσα τής αρχαίας γης τού Ισραήλ, η οποία ήκμασε μεταξύ τού 10ου αι. π.Χ. και της αρχής τού 4ου αι. μ.Χ. Περιλαμβάνει διάφορες διαλέκτους. Οι φάσεις τής Κλασικής Εβραϊκής συχνά κατονομάζονται με βάση σημαντικά γραπτά κείμενα που συνδέονται με αυτές.

  • Αρχαϊκή Βιβλική Εβραϊκή (10ος – 6ος αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στο διάστημα μεταξύ τής Μοναρχικής Περιόδου και της Βαβυλωνιακής Εξορίας, παρουσιάζεται δε σε ορισμένα κείμενα της Εβραϊκής Βίβλου (Τανάκ), κυρίως στο Άσμα τού Μωυσή (Έξοδος, κεφ. 15) και στο Άσμα τής Δεβόρρας (Κριταί, κεφ. 5). Αποκαλείται επίσης Παλαιά Εβραϊκή ή Παλαιοεβραϊκή. Χρησιμοποιούσε μια μορφή χαναανικής γραφής.
  • Βιβλική Εβραϊκή (περί τον 6ο αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στο διάστημα της Βαβυλωνιακής Εξορίας και αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τον κύριο όγκο τής Εβραϊκής Βίβλου που διαμορφώθηκε τότε. Αποκαλείται επίσης Κλασική Βιβλική Εβραϊκή (ή Κλασική Εβραϊκή, υπό στενή έννοια). Υιοθέτησε την αυτοκρατορική αραμαϊκή (συριακή) γραφή.
  • Ύστερη Βιβλική Εβραϊκή (περ. 6ος – 4ος αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στην περσική περίοδο και αντιπροσωπεύεται από ορισμένα κείμενα της Εβραϊκής Βίβλου, κυρίως τα βιβλία τού Έσδρα και του Νεεμία.
  • Εβραϊκή των Ρόλων τής Νεκράς Θαλάσσης (3ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.): Αντιστοιχεί στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο πριν από την καταστροφή τού Ναού τής Ιερουσαλήμ και αντιπροσωπεύεται από τους ρόλους τού Κουμράν, οι οποίοι αποτελούν την πλειονότητα (αλλά όχι το σύνολο) των ρόλων τής Νεκράς Θαλάσσης. Μερικές φορές αποκαλείται Εβραϊκή τού Κουμράν. Η αυτοκρατορική αραμαϊκή γραφή των πρωιμότερων ρόλων (3ος αι. π.Χ.) εξελίχθηκε στην τετράγωνη εβραϊκή γραφή των ύστερων ρόλων (1ος αι. μ.Χ.), η οποία είναι εν χρήσει σήμερα.
  • Μισναϊκή Εβραϊκή (1ος – 3ος ή 4ος αι. μ.Χ.): Αντιστοιχεί στη ρωμαϊκή περίοδο μετά την καταστροφή τού Ναού στην Ιερουσαλήμ και αντιπροσωπεύεται από τον κύριο όγκο τού Μισνά και της Τοσεφτά (του Ταλμούδ), καθώς και από ρόλους τής Νεκράς Θαλάσσης, όπως οι Επιστολές τού Μπαρ Κοχβά και ο Χαλκούς Ρόλος. Αποκαλείται επίσης Ταναϊτική Εβραϊκή ή Πρώιμη Ραββινική Εβραϊκή.

Μερικές φορές οι ανωτέρω φάσεις τής ομιλουμένης Κλασικής Εβραϊκής διακρίνονται απλουστευτικά σε «Βιβλική Εβραϊκή» (περιλαμβάνοντας διάφορες διαλέκτους από τον 10ο αι. ώς τον 2ο αι. π.Χ., καθώς και ορισμένους ρόλους τής Νεκράς Θαλάσσης) και «Μισναϊκή Εβραϊκή» (περιλαμβάνοντας διάφορες διαλέκτους από τον 3ο αι. π.Χ. ώς τον 3ο αι. μ.Χ., καθώς και ορισμένους άλλους ρόλους τής Νεκράς Θαλάσσης). Σήμερα, εντούτοις, οι περισσότεροι Εβραίοι γλωσσολόγοι ταξινομούν την Εβραϊκή των Ρόλων τής Νεκράς Θαλάσσης ως σύνολο διαλέκτων που προέκυψαν από την Ύστερη Βιβλική Εβραϊκή και εξελίχθηκαν στη Μισναϊκή Εβραϊκή, περιλαμβάνοντας έτσι στοιχεία από αυτές αλλά με σαφή διάκριση και από τις δύο. Κατά την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου τον 4ο αι. μ.Χ., η Κλασική Εβραϊκή παύει πλέον να είναι ομιλουμένη γλώσσα, περίπου έναν αιώνα μετά την εμφάνιση του Μισνά, ευρισκόμενη προφανώς σε παρακμή ως συνέπεια του καταστροφικού πολέμου τής Μπαρ Κοχβά κατά το 135 μ.Χ.

Ραββινική Εβραϊκή

Ο όρος Ραββινική Εβραϊκή αναφέρεται γενικά στις εβραϊκές διαλέκτους που περιέχονται στο Ταλμούδ, αν εξαιρέσουμε τις παραθέσεις από την Εβραϊκή Βίβλο. Οι διάλεκτοι αυτές συναποτελούν τη Μισναϊκή Εβραϊκή (ή Πρώιμη Ραββινική Εβραϊκή), η οποία ήταν ομιλουμένη γλώσσα, και την Ύστερη Ραββινική Εβραϊκή, η οποία ήταν γραφομένη γλώσσα.

Το πρωιμότερο τμήμα τού Ταλμούδ είναι το Μισνά, το οποίο εμφανίστηκε κατά το 200 μ.Χ. και είναι γραμμένο σε πρώιμη Μισναϊκή διάλεκτο. Το Ταλμούδ περιλαμβάνει επιπρόσθετα την Τοσεφτά με κείμενα αυτής της διαλέκτου, η οποία συναντάται επίσης σε ορισμένους ρόλους τής Νεκράς Θαλάσσης. Θεωρείται ότι η Μισναϊκή Εβραϊκή υπήρξε μία από τις υποδιαιρέσεις τής Κλασικής Εβραϊκής και ότι λειτούργησε ως ζωντανή γλώσσα στη γη τού Ισραήλ.

Έναν περίπου αιώνα μετά την εμφάνιση του Μισνά, η Μισναϊκή Εβραϊκή περιέπεσε σε αχρησία ως ομιλουμένη γλώσσα. Το ύστερο τμήμα τού Ταλμούδ, η Γκεμαρά, περιέχει σχόλια επί του Μισνά και της Τοσεφτά στην Αραμαϊκή. Παρ’ όλα αυτά, η Εβραϊκή επιβίωσε ως τελετουργική και γραφομένη γλώσσα με τη μορφή τής ύστερης Ραββινικής Εβραϊκής, η οποία μερικές φορές συναντάται στο κείμενο της Γκεμαρά.

Στο παρελθόν πιστευόταν ότι η Ραββινική Εβραϊκή δεν ήταν εν χρήσει στον κοινό λαό, αλλά αποτελούσε λόγια κατασκευή υπό την επίδραση της Αραμαϊκής. Εντούτοις, αναγνωρίζεται πλέον γενικά ότι οι Ραββίνοι δεν χρησιμοποιούσαν μια λόγια γλωσσική μορφή, αλλά μια μορφή τής Εβραϊκής που αναπτύχθηκε τους τελευταίους αιώνες π.Χ. Μια έγκυρη πηγή αιτιολογεί αυτή τη θέση ως εξής: «Το εν λόγω συμπέρασμα απορρέει από μελέτη τής φύσεως της γλώσσας και από παραθέσεις των ραββινικών κειμένων για τη χρήση της από τους απλούς ανθρώπους. Η κοινή χρήση της αναμφίβολα υπόκειται στην παρουσία της τόσο στον Χαλκούν Ρόλο τού Κουμράν όσο και σε μερικές επιστολές που ανάγονται στη Δεύτερη Ιουδαϊκή Εξέγερση (132-35 π.Χ.)»[1].

Μεσαιωνική Εβραϊκή

Ο Κώδικας Aleppo (Χαλεπίου): Εβραϊκή Βίβλος τού 10ου αιώνα με μασοριτική σήμανση
Ο Κώδικας Aleppo (Χαλεπίου): Εβραϊκή Βίβλος τού 10ου αιώνα με μασοριτική σήμανση

Μετά το Ταλμούδ αναπτύχθηκαν διαφορες περιφερειακές γραπτές διάλεκτοι της Μεσαιωνικής Εβραϊκής. Η σπουδαιότερη είναι η Εβραϊκή τής Τιβεριάδας ή Μασοριτική Εβραϊκή, μια τοπική διάλεκτος της Τιβεριάδας στη Γαλιλαία, η οποία αποτέλεσε το πρότυπο φωνηεντισμού τής Εβραϊκής Βίβλου και, ως εκ τούτου, επέδρασε σε όλες τις άλλες περιφερειακές διαλέκτους τής Εβραϊκής. Η Εβραϊκή τής Τιβεριάδας μεταξύ 7ου και 10ου αι. μ.Χ. αποκαλείται μερικές φορές «Βιβλική Εβραϊκή», επειδή χρησιμοποιήθηκε για την εξακρίβωση της προφοράς τής Εβραϊκής Βίβλου. Εντούτοις, κανονικά θα πρέπει να διακρίνεται από την ιστορική Βιβλική Εβραϊκή τού 6ου αι. π.Χ., η προφορά τής οποίας αποτελεί αντικείμενο επανασυνθέσεως.

Η Εβραϊκή τής Τιβεριάδας ενσωματώνει την αξιοσημείωτη λόγια μελέτη των Μασοριτών (από τη λ. masorah «παράδοση»), οι οποίοι προσέθεσαν φωνηεντικά και γραμματικά σημάδια στα εβραϊκά γράμματα, προκειμένου να διατηρήσουν τα πρωιμότερα χαρακτηριστικά τής Εβραϊκής, που χρησιμοποιούνταν κατά την ψαλμωδία. Οι Μασορίτες κληρονόμησαν ένα Βιβλικό κείμενο, του οποίου τα γράμματα θεωρούνταν πολύ ιερά για να τροποποιηθούν και, επομένως, τα σημάδια τους τέθηκαν εντός και περί των γραμμάτων. Η συριακή γραφή, από την οποία προήλθε η αραβική, ανέπτυξε επίσης συστήματα φωνηεντικών σημείων την ίδια εποχή. Ο Κώδικας Aleppo (Χαλεπίου), Εβραϊκή Βίβλος με τα σημεία των Μασοριτών, γράφτηκε κατά τον 10ο αιώνα, πιθανώς στην Τιβεριάδα, και διατηρείται μέχρι σήμερα. Αποτελεί πιθανόν το σπουδαιότερο εβραϊκό χειρόγραφο που υπάρχει[2].

Η ανάγκη για διατύπωση επιστημονικών και φιλοσοφικών εννοιών από την Κλασική Ελληνική και τη Μεσαιωνική Αραβική οδήγησε τη Μεσαιωνική Εβραϊκή στον δανεισμό ορολογίας και γραμματικής από τις γλώσσες αυτές. Η Εβραϊκή αποτέλεσε επίσης γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ Εβραίων από διαφορετικές χώρες, με κύριο σκοπό το διεθνές εμπόριο.

Σύγχρονη Εβραϊκή

Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα
Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα

Στη σύγχρονη περίοδο, από τον 19ο αιώνα και εξής, η γραπτώς παραδεδομένη Εβραϊκή αναβίωσε ως η ομιλουμένη γλώσσα τού σύγχρονου Ισραήλ, η οποία αποκαλείται Νέα Εβραϊκή, Ισραηλινή Εβραϊκή, Σύγχρονη Εβραϊκή κ.τ.ό. Η Νέα Εβραϊκή εμφανίζει αρκετά χαρακτηριστικά τής Σεφαραδίτικης Εβραϊκής λόγω της τοπικής Ιεροσολυμικής παράδοσης, αλλά έχει ενσωματώσει επίσης αρκετούς νεολογισμούς και δάνεια (συνήθως τεχνικούς όρους) από ευρωπαϊκές γλώσσες και (συχνά καθημερινούς) όρους από την Αραβική, προκειμένου να λειτουργεί ως σύγχρονη γλώσσα.

Η αναβίωση της Εβραϊκής ως μητρικής γλώσσας έχει την αφετηρία της στις προσπάθειες του Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (1858-1922, אליעזר בן–יהודה). Ο Μπεν-Γεχούντα εντάχθηκε στο εβραϊκό εθνικιστικό κίνημα και το 1881 μετανάστευσε στη Γη τού Ισραήλ (eretz yisra'el), που τότε αποτελούσε τμήμα τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παρακινούμενος από τα ιδανικά τής ανανέωσης και της απόρριψης του τρόπου ζωής τής Διασποράς (σε μικρά χωριά και κωμοπόλεις γνωστές ως shtetl, πληθ. shtetlakh[3]), o Μπεν-Γεχούντα έθεσε σκοπό να αναπτύξει τα μέσα για να καταστήσει τη γραπτή τελετουργική γλώσσα καθημερινή, ομιλουμένη γλώσσα.

Ωστόσο, το είδος τής Εβραϊκής που επιδίωκε ακολουθούσε πρότυπα που είχαν αντικατασταθεί στην ανατολική Ευρώπη από διαφορετική γραμματική και ύφος, όπως φανερώνουν τα κείμενα του Αχάντ Χα-Αμ και άλλων. Οι οργανωτικές του προσπάθειες και η ανάμιξή του στην ίδρυση σχολείων και στη συγγραφή βιβλίων κατέστησαν τις ενέργειές του σχετικά με τη γλώσσα ένα σταδιακά ανερχόμενο κίνημα. Εντούτοις, μόνο μετά τη «Δεύτερη Επάνοδο» (aliyah, 1904-1914[4]) κατόρθωσε πραγματικά η Εβραϊκή γλώσσα να εδραιωθεί στην Οθωμανική Παλαιστίνη, όταν επιχειρήσεις με υψηλό επίπεδο οργάνωσης συστάθηκαν από νεότερες ομάδες μεταναστών. Όταν η υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη αναγνώρισε την Εβραϊκή ως μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες τής χώρας (1922, μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), το νέο επίσημο καθεστώς συνέβαλε στη διάχυσή της. Μια νεοσύστατη γλώσσα με γνήσια σημιτικό λεξιλόγιο και σύστημα γραφής, αλλά συχνά ευρωπαϊκή ως προς τη σύνταξη και τη μορφή, επρόκειτο να λάβει τη θέση της μεταξύ των σύγχρονων γλωσσών των εθνών.

Ορισμένοι θεώρησαν ότι το έργο τού Μπεν-Γεχούντα υπήρξε βλάσφημο (δεδομένου ότι η Εβραϊκή ήταν η ιερή γλώσσα τής Τορά και, ως εκ τούτου, μερικοί πίστευαν ότι δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για να συζητούνται κοινά, καθημερινά ζητήματα), αλλά πολλοί αντιλήφθηκαν σύντομα την ανάγκη για κοινή γλώσσα μεταξύ των Εβραίων, οι οποίοι στις αρχές τού 20ού αιώνα κατέφθαναν μαζικά στο Ισραήλ (προτού γίνει ανεξάρτητο κράτος) προερχόμενοι από διαφορετικές χώρες και μιλώντας διαφορετικές γλώσσες. Τότε ιδρύθηκε το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας», το οποίο αργότερα μετατράπηκε στην «Ακαδημία τής Εβραϊκής Γλώσσας», που υπάρχει μέχρι σήμερα. Αποτέλεσμα της εργασίας, τόσο της δικής του όσο και του Συμβουλίου, ήταν η έκδοση του λεξικού, που είναι γνωστό ως Το Πλήρες Λεξικό τής Αρχαίας και Σύγχρονης Εβραϊκής. Το έργο τού Μπεν-Γεχούντα έπεσε σε γόνιμο έδαφος και στην αρχή τού 20ού αιώνα η Εβραϊκή κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος, για να καταστεί η κύρια γλώσσα τού Εβραϊκού πληθυσμού στο οθωμανικό και, κατόπιν, υπό βρετανική εντολή Ισραήλ.

H Εβραϊκή γλώσσα στη Σοβιετική Ένωση

Οι σοβιετικές αρχές θεωρούσαν την Εβραϊκή «αντιδραστική γλώσσα», επειδή συνδεόταν τόσο με τον Ιουδαϊσμό όσο και με τον Σιωνισμό. Ως αποτέλεσμα, ήδη από το 1919 η γλώσσα τέθηκε υπό επίσημη απαγόρευση από την Επιθεώρηση Εκπαιδεύσεως (Narkompros). Τα εβραϊκά βιβλία και οι εφημερίδες έπαψαν να εκδίδονται και κατασχέθηκαν από τις βιβλιοθήκες. Παρά τις διαμαρτυρίες στη Δύση, οι δάσκαλοι και οι σπουδαστές που επιχειρούσαν να σπουδάσουν την Εβραϊκή διαπομπεύονταν και καταδικάζονταν για «αντεπαναστατική» και κατόπιν για «αντισοβιετική» δράση.


Περιφερειακές εβραϊκές διάλεκτοι

Οι διάλεκτοι της Εβραϊκής περιλαμβάνουν τη Στερεότυπη Εβραϊκή (Ισραηλινή), την Ανατολική Εβραϊκή (Εβραϊκή τού Ιράκ και της Υεμένης), τη Σεφαραδίτικη Εβραϊκή (των εξ Ισπανίας Εβραίων) και την Ασκεναζική Εβραϊκή (των εξ Ευρώπης Εβραίων).

Η Ασκεναζική Εβραϊκή εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως στις θρησκευτικές τελετές και μελέτες των Ασκενάζι Εβραίων στο Ισραήλ και στο εξωτερικό, ιδίως στην κοινότητα Χαρεντί. Έχει επηρεαστεί από τη γλώσσα Γίντις (Γερμανοεβραϊκή). Η Σεφαραδίτικη Εβραϊκή αποτελεί τη βάση τής Στερεότυπης Εβραϊκής, αν και παραδοσιακά διαθέτει μεγαλύτερη κλίμακα φωνηέντων. Έχει επηρεαστεί από τη γλώσσα Λαντίνο.

Η Ανατολική Εβραϊκή (Mizrahi, δηλ. «αιγυπτιακή») αποτελεί στην πραγματικότητα ομάδα διαλέκτων (περιλαμβανομένης της διαλέκτου των Υεμενιτών), που ομιλούνται για τελετουργικό σκοπό από Εβραίους σε διάφορα μέρη τού αραβικού και ισλαμικού κόσμου. Έχει πιθανώς υποστεί την επίδραση της Αραμαϊκής, αν και ορισμένοι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι ανάγεται απευθείας στη Βιβλική Εβραϊκή και, επομένως, αντιπροσωπεύει τη γνήσια διάλεκτο της Εβραϊκής γλώσσας.

Σχεδόν κάθε μετανάστης στο Ισραήλ παροτρύνεται να υιοθετήσει ως καθημερινή γλώσσα τη Στερεότυπη Εβραϊκή (Standard Hebrew). Από φωνολογικής απόψεως, η εν λόγω «διάλεκτος» θα μπορούσε ακριβέστερα να περιγραφεί ως αμάλγαμα προφοράς, η οποία διατηρεί φωνηεντικούς ήχους τής Σεφαραδίτικης Εβραϊκής και ορισμένους συμφωνικούς ήχους τής Ασκεναζικής Εβραϊκής υπό την επίδραση της Γίντις (Γερμανοεβραϊκής). Σταθερό χαρακτηριστικό της αποτελεί η τάση για απλοποίηση των διαφορών προφοράς. Επί παραδείγματι, στην απλοποιητική αυτή τάση οφείλεται η συγχώνευση της Ασκεναζικής προφοράς /t/ και /s/ του ψιλού και δασέος ת στο απλό φώνημα /t/. Οι περισσότερες Σεφαραδίτικες και Ανατολικές διάλεκτοι έχουν κοινό αυτό το χαρακτηριστικό, αν και ορισμένες (όπως του Ιράκ και της Υεμένης) διαφοροποιούν την προφορά ως /t/ και /θ/.

Εντούτοις, στο Ισραήλ η αποκαλούμενη «Στερεότυπη Εβραϊκή» προφορά αντανακλά πολλές φορές την προέλευση ενός ομιλητή τής Διασποράς μάλλον παρά τις συγκεκριμένες συστάσεις τής Ακαδημίας τής Εβραϊκής γλώσσας. Ως εκ τούτου, περισσότεροι από τους μισούς ομιλητές προφέρουν το ר ως σταφυλικό παλλόμενο (όπως στη Γίντις και σε ορισμένες ποικιλίες τής Γερμανικής) ή ως σταφυλικό τριβόμενο (όπως στη Γαλλική και σε άλλες ποικιλίες τής Γερμανικής) παρά ως [r] (υπερωικό παλλόμενο), όπως στην Ισπανική. Η προφορά τού συγκεκριμένου φωνήματος χρησιμοποιείται συχνά μεταξύ των Ισραηλινών ως σχιββωλέθ (šibboleth) ή κριτήριο για την εξακρίβωση της εθνικής προέλευσης των ξένων.

Επισημείωση: Ο όρος σχιββωλέθ / σιμπολέτ (εβρ. šibboléth, שבלת) σημαίνει «ρεύμα ποταμού» ή «στάχυ» και η προφορά του είναι δύσκολο να αποδοθεί με ελληνικούς χαρακτήρες. Σε δύο κώδικες της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα (Septuaginta) η λέξη αυτή αποδίδεται αντιστοίχως «σύνθημα» και «στάχυς». Πρόκειται για μεταφορά τμήματος από την Εβραϊκή Βίβλο (Šophetím, Κριταί 12:6 ויאמרו לו אמר־נא שׁבלת ויאמר סבלת ולא יכין לדבר כן ויאחזו אותו וישׁחטוהו אל־מעברות הירדן ויפל בעת ההיא מאפרים ארבעים ושׁנים אלף׃ ), στο οποίο αναφέρεται ότι η προφορά τής λέξεως χρησιμοποιήθηκε ως διακριτικό γνώρισμα των μελών τής φυλής Εφραΐμ (Εφραϊμίτες ή Εφραθίτες), που αδυνατούσαν να προφέρουν ως οπίσθιο γλωσσοφατνιακό τον φθόγγο [š], με αποτέλεσμα να προκύπτει η λέξη sibboléth (סבלת), η οποία σημαίνει «φορτίο». Ως εκ τούτου, η λέξη έφθασε να σημαίνει ―κυρίως στην εβραϊκή κοινότητα― «διακριτικό γνώρισμα, χαρακτηριστικό».

Συνύπαρξη με την Αραμαϊκή

Η Αραμαϊκή είναι γλώσσα τού Βορειοδυτικού Σημιτικού κλάδου, όπως η Χαναανική. Το όνομά της προέρχεται πιθανώς από τη Βιβλική χώρα Aram Naharayím που σημαίνει «υψίπεδο μεταξύ δύο ποταμών» και συνήθως αναφέρεται στην Άνω Μεσοποταμία ή, κατ’ άλλη άποψη, σε αρχαία ονομασία τής Συρίας. Διάφορες διάλεκτοι της Αραμαϊκής συνεξελίχθηκαν με την Εβραϊκή σε μεγάλο τμήμα τής κοινής τους ιστορίας.

Η Αραμαϊκή ως διεθνής γλώσσα τής Μέσης Ανατολής

Η γλώσσα τής Νεοβαβυλωνιακής αυτοκρατορίας πιθανώς ήταν διάλεκτος της Αραμαϊκής. Η Περσική αυτοκρατορία που μερικές δεκαετίες αργότερα κυρίευσε τη Βαβυλωνία υιοθέτησε την αυτοκρατορική Αραμαϊκή ως επίσημη διεθνή γλώσσα της. Ο Ισραηλιτικός πληθυσμός, ο οποίος είχε εξοριστεί στη Βαβυλώνα από την Ιερουσαλήμ και από τα περίχωρα του βασιλείου τού Ιούδα, έλαβε την άδεια να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ και να ιδρύσει μια περσική επαρχία, η οποία συνήθως απεκαλείτο Ιουδαία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Αραμαϊκή έγινε η διοικητική γλώσσα τής Ιουδαίας στις σχέσεις της με την υπόλοιπη Περσική αυτοκρατορία.

Η αραμαϊκή γραφή εξελίχθηκε με τη σειρά της από τη χαναανική γραφή, αλλά οι δύο γραφές παρουσίασαν αξιοσημείωτη απόκλιση. Κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., η δάνεια αραμαϊκή γραφή αναπτύχθηκε στη διακριτή τετράγωνη εβραϊκή γραφή (γνωστή επίσης ως Ασσυριακή Γραφή, Ktav Ašuri), η οποία διασώζεται στους παπύρους τής Νεκράς Θαλάσσης και είναι παρόμοια με τη γραφή που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα.

Η Αραμαϊκή εκτοπίζει την Εβραϊκή ως ομιλουμένη γλώσσα

Κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, οι λόγιοι κατέληξαν στη σχεδόν ομόφωνη άποψη ότι η Αραμαϊκή έγινε ομιλουμένη γλώσσα στη γη τού Ισραήλ κατά την έναρξη της Ελληνιστικής περιόδου τον 4ο αιώνα π.Χ. και, ως συνέπεια, η Εβραϊκή έπαψε να λειτουργεί ως ομιλουμένη γλώσσα κατά την ίδια περίπου εποχή. Παρά ταύτα, κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, συσσωρευμένα αρχαιολογικά στοιχεία και κυρίως η γλωσσολογική ανάλυση των Χειρογράφων της Νεκράς Θαλάσσης έχουν μετριάσει την αρχική ομοφωνία. Φαίνεται ότι, παράλληλα με την Αραμαϊκή, η Εβραϊκή επίσης ήκμαζε ως ζωντανή ομιλουμένη γλώσσα μέχρι περίπου το τέλος τής Ρωμαϊκής περιόδου. Κατόπιν άρχισε να χρησιμοποιείται ως γραπτή γλώσσα κατά τη Βυζαντινή περίοδο τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Ο ακριβής ρόλος τής Αραμαϊκής και της Εβραϊκής παραμένει αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης. Έχει προταθεί ένα τρίγλωσσο σενάριο για τη γη τού Ισραήλ[5]: Η Εβραϊκή λειτουργούσε ως η τοπική μητρική γλώσσα, η Αραμαϊκή ως διεθνής γλώσσα για την υπόλοιπη Μέση Ανατολή και τελικά η Ελληνική ως άλλη μία διεθνής γλώσσα για τις ανατολικές περιοχές τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι γνωστές κοινότητες Εβραίων (και μη), οι οποίοι μετανάστευσαν στην Ιουδαία από αυτές τις χώρες και εξακολουθούσαν να μιλούν Αραμαϊκά ή Ελληνικά.

Αν και η επιβίωση της Εβραϊκής ως ομιλουμένης γλώσσας ώς την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου είναι ευρέως γνωστή μεταξύ των Εβραίων γλωσσολόγων, παρατηρείται ένα κενό ως προς τη συνειδητοποίηση αυτού του σημείου από ορισμένους ιστορικούς, οι οποίοι δεν παραμένουν ενημερωμένοι σχετικά με τη γλωσσολογική έρευνα, αλλά βασίζονται σε πεπαλαιωμένες μελέτες. Παρά ταύτα, η ακαδημαϊκή γραμματεία αφήνει βαθμηδόν να διαφανεί η ζωτικότητα της Εβραϊκής. Ο λόγιος Elisha Qimron στο βιβλίο του The Hebrew of the Dead Sea Scrolls (1986) διαχωρίζει την Εβραϊκή τής Νεκράς Θαλάσσης από τις διάφορες διαλέκτους τής Βιβλικής Εβραϊκής, από τις οποίες προήλθε: «Το βιβλίο αυτό παρουσιάζει τις ιδιαιτερότητες των Εβραϊκών τής Νεκράς Θαλάσσης, με έμφαση στις αποκλίσεις της από την κλασική Βιβλική Εβραϊκή» (σ. 15). Η πρώτη έκδοση του The Oxford Dictionary of the Christian Church (1958) ανέφερε ότι «η Εβραϊκή έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα κατά τον τέταρτο αιώνα π.Χ.», ενώ η τωρινή τρίτη έκδοση (1997) αναφέρει ότι η Εβραϊκή «εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ως ομιλουμένη και γραπτή γλώσσα την περίοδο της Καινής Διαθήκης». Ο Miguel P. Fernandez στο έργο του An Introductory Grammar of Rabbinic Hebrew (Leiden 1997) υποστηρίζει: «Πιστεύεται γενικά ότι τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, ειδικώς ο Χαλκούς Πάπυρος και οι επιστολές τού Μπαρ Κοχβά, έχουν παράσχει σαφείς ενδείξεις τού λαϊκού χαρακτήρα τής Μισναϊκής Εβραϊκής». Οι Ισραηλινοί λόγιοι θεωρούν πλέον δεδομένο ότι η χρήση τής Εβραϊκής ως ομιλουμένης γλώσσας αποτελεί χαρακτηριστικό τής Ρωμαϊκής περιόδου τού Ισραήλ[6].

Εβραϊκές διάλεκτοι της Αραμαϊκής

Η διεθνής Αραμαϊκή γλώσσα διασπάστηκε σε ποικίλες περιφερειακές διαλέκτους. Στην ευρύτερη περιοχή τού Ισραήλ αναπτύχθηκαν διάφορες διάλεκτοι της Παλαιάς Δυτικής Αραμαϊκής, περιλαμβανομένης της Παλαιάς Ιουδαιο-Αραμαϊκής διαλέκτου κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Ο ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος έγραψε αρχικώς το έργο του Περί του Ιουδαϊκού Πολέμου στην Παλαιά Ιουδαιο-Αραμαϊκή, αλλά αργότερα το μετέφρασε στην Ελληνιστική Κοινή, προκειμένου να το δημοσιεύσει για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορική αυλή. Δυστυχώς, η αραμαϊκή μορφή αυτού του έργου δεν έχει διασωθεί.

Μετά την καταστροφή τής Ιερουσαλήμ και του Δεύτερου Ναού το 70 μ.Χ., οι Εβραίοι άρχισαν σταδιακά να διασκορπίζονται από την Ιερουσαλήμ προς ξένες χώρες, ιδίως μετά τον πόλεμο του Μπαρ Κοχβά (135 μ.Χ.), οπότε οι Ρωμαίοι μετέτρεψαν την Ιερουσαλήμ σε ειδωλολατρική πόλη ονόματι Aelia Capitolina.

Μετά τον πόλεμο του Μπαρ Κοχβά τον 2ο αιώνα μ.Χ., η Ιουδαιο-Αραμαϊκή διάλεκτος της Παλαιστίνης ουσιαστικά αναδύθηκε από την αφάνεια στα περίχωρα της Γαλιλαίας, με αποτέλεσμα να σχηματίσει μία από τις κύριες διαλέκτους τού δυτικού κλάδου τής Μέσης Αραμαϊκής. Το Ταλμούδ τής Ιερουσαλήμ (5ος αι.) καθώς και το Μιδράς Ραμπά (6ος – 12ος αι.) χρησιμοποίησαν την εν λόγω Ιουδαιο-Αραμαϊκή τής Παλαιστίνης. Η διάλεκτος αυτή προφανώς επηρέασε την προφορά τής Εβραϊκής τής Τιβεριάδας (8ος αι.), βάσει της οποίας τέθηκαν τα φωνηεντικά σημεία στην Εβραϊκή Βίβλο.

Εν τω μεταξύ το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (7ος αι.) χρησιμοποίησε τη Μέση Ιουδαιο-Αραμαϊκή τής Βαβυλώνας, μια εβραϊκή διάλεκτο του ανατολικού κλάδου τής Μέσης Αραμαϊκής. Επί αιώνες αυτή παρέμεινε η ομιλουμένη γλώσσα των Εβραίων τής Μεσοποταμίας. Στην περιοχή τού Κουρδιστάν υπάρχει μια σύγχρονη αραμαϊκή διάλεκτος, προερχόμενη από την Ιουδαιο-Αραμαϊκή, η οποία εξακολουθεί να ομιλείται από λίγες χιλιάδες Εβραίους (και μη), αν και έχει σαφώς υποχωρήσει προ της Αραβικής.

Η Εβραϊκή εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή επίδραση σε όλες αυτές τις ποικίλες εβραϊκές διαλέκτους τής Αραμαϊκής.

Αναφορές

  1. The Oxford Companion to the Bible, 1993, σελ. 272.
  2. Βλ. Federbush, S. 1967, הלשון העברית בישראל ובעמים, Jerusalem, σελ. 50-2
  3. Βλ. Telushkin, J. (Rabbi) 1991: Jewish Literacy, New York, σελ. 245-6.
  4. Encyclopedia Judaica, τόμ. 9, σελ. 508-67.
  5. Βλ. επίσης H.B. Rosén, L'Hébreu et ses rapports avec le monde classique. Essai d'évaluation culturelle, Paris 1976, σελ. 7 κ.εξ.
  6. Βλ. επίσης The Oxford Companion to the Bible, Oxford 1993, σελ. 272.

Βιβλιογραφικές Πηγές

  • Aharoni, Y. & M. Avi-Yonah 1992 (3 έκδ.): The Macmillan Bible Atlas. New York.
  • Chomsky, W. 1975. Hebrew: The Eternal Language. Philadelphia.
  • Cohen, Sh. J.D. 1987: From the Maccabees to the Mishnah. Philadelphia.
  • De Vaux, R. 1978: The Early History of Israel. Philadelphia.
  • Federbush, S. 1967. הלשון העברית בישראל ובעמים. Jerusalem: Mosad Harav Kook.
  • Hadas-Lebel, M. 1995: Histoire de la langue hébraïque, Des origines à l'époque de la Mishna. Paris: Collection de la Revue des Études juives, Éditions E. Peeters.
  • Hadas-Lebel, M. 1992: L'Hébreu: 3000 ans d'histoire. Paris: Albin-Michel, collection Présences du judaïsme.
  • Hoffman, J. 2004. In the Beginning: A Short History of the Hebrew Language. New York.
  • Joüon, P. 1951 : Hebräische Grammatik (2 τόμ.). Berlin.
  • Kutscher, E .Y. 1982. A History of the Hebrew Language. Jerusalem.
  • Rabin, C. 1973. A Short History of the Hebrew Language. Jerusalem.
  • Sáenez-Badillos, A. 1993. A History of the Hebrew Language. Cambridge.
  • Telushkin, J. (Rabbi) 1991: Jewish Literacy. New York.
  • Vincent, A. 1932: Le Judaïsme. Paris.

Συστηνόμενη Γλωσσολογική Βιβλιογραφία

Γραμματικές:

  • Feldhendler, Marie-Paule 2004: Grammaire de l'hébreu israélien. Paris.
  • Gesenius/Kautsch/Bergsträsser, 1995: Hebräische Grammatik. Olms (επεξεργασία τής μεγάλης γραμματικής).
  • Meyer, R. 1992: Hebräische Grammatik. Berlin.
  • Körner, J. 1996: Hebräische Studiengrammatik. Μünchen.
  • Stähli, H.P. 1985: Hebräische Kurzgrammatik. Göttingen 1985.


Λεξικά:

  • Fohrer, G. 1997: Hebräisches und aramäisches Wörterbuch zum Alten Testament. Berlin/New York.
  • Gesenius, W. 1962: Hebräisches Handwörterbuch. Berlin.
  • Köhler, L. & W. Baumgartner 1996 (3η έκδ.): Hebräisches und aramäisches Lexikon zum Alten Testament. Berlin.


Ιστορία τής εβραϊκής γλώσσας:

  • Aubier, D. 1970: Der Jüdische Fall: Die ontologische Kraft der hebräischen Sprache und die jüdische spezifische Besonderheit. (γερμ. μετάφρ. του Le Cas Juif). Mont Blanc, Genf.
  • Gesenius, W. 1973: Geschichte der hebräischen Sprache und Schrift. Olms.
  • Hoffman, J.M. 2004: In the Beginning: A Short History of the Hebrew Language. New York/London.
  • Rabin, Ch. 1988: Die Entwicklung der hebräischen Sprache. Wiesbaden.

Δικτυακοί τόποι


Λεξικά