Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Μεσαιωνική ελληνική γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ιστορία της
Ελληνικής γλώσσας

(βλ. επίσης Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 2000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική
(περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή, Αττική-Ιωνική,
Δωρική, Παμφυλιακή; Ομηρική.
πιθανή διάλεκτος: Μακεδονική.

Ελληνιστική Κοινή
(από περ. 300 π.Χ.)
Μεσαιωνική ελληνική
(περ. 330–1453)
Νέα ελληνική γλώσσα
(από το 1453)
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κυπριακή,
Κατωιταλική , Κρητική
Ποντιακή, Τσακωνική, Ρωμανιώτικη,
βλ. επίσης Δημοτική, Καθαρεύουσα

Μεσαιωνική Ελληνική (Ελληνικά: Μεσαιωνική Ελληνική) είναι η γλωσσική περίοδος που περιγράφεται και ως η τέταρτη περίοδος της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας. Είναι συμβολική τα όρια της, άρχισαν με την μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στο Βυζάντιο (Κωνσταντινούπολη) το 330 μ.χ., και τελειώνει με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μ.χ., καλύπτοντας έτσι παραπάνω από μία χιλιετία. Μολονότι η Μεσαιωνική Ελληνική "συνεργάστηκε" με την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από την άλλη πλευρά χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την γλώσσα της περιόδου που είναι η Βυζαντινή Ελληνική.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία

Η Γραμμή Jireček.
Η Γραμμή Jireček.

Όταν η πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον 4ο αιώνα π.χ., η επίσημη γλώσσα του κράτους συνέχισε να είναι η Λατινική, όμως η λογοτεχνική και προφορική γλώσσα ολόκληρου του ανατολικού μέρους της αυτοκρατορίας συνέχισε να είναι η ελληνική. Τα ελληνικά ήταν επίσης η γλώσσα της εκκλησίας και της εκπαίδευσης, ενώ το πανεπιστήμιο συντήρησε μια διγλωσσία μεταξύ των δύο. Ακόμα κι αν αυτή η νέα ελληνολατινική διγλωσσία διάρκεσε περισσότερο από δύο αιώνες, οι βυζαντινοί αυτοκράτορες ευνοούσαν την επίσημη χρήση των ελληνικών πέρα από τη λατινικά αρχικά. Τα λατινικά συντηρήθηκαν στις επιγραφές και τη δημιουργία μέχρι τον 11ο αιώνα. Ο χωρισμός των μικτών ελληνικών πληθυσμών που δεν μιλούσαν ελληνικά στο δυτικό μέρους της αυτοκρατορίας, επιτάχυνε τον Εξελληνισμό του ανατολικού. Αργότερα, όταν καθιερώθηκαν οι ελληνικές δυναστείες των αυτοκρατόρων στο βυζαντινό θρόνο και άλλαξαν την επίσημη γλώσσα των δημόσιων υπηρεσιών, τα ελληνικά μετατόπισαν τα λατινικά εντελώς. Οι Έλληνες της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διατήρησαν το ρωμαϊκό όνομα, και η μεσαιωνική ελληνική κατάσταση Βυζαντίου συνέχισε να αναφέρεται "Ρωμανία" (Ρώμη), μακριά μετά από την πόλη της Ρώμης και το δυτικό μισό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν υπέρβαση από τους βαρβάρους. Τελικά, οι "Ρωμαίοι" έγινε ένα συνώνυμο για τους "Έλληνες" (Έλλην). Το όνομα "Ρωμαίοι" χρησιμοποιήθηκε ως ευρύς τίτλος του πολιτικού γοήτρου ενώ ο όρος "Ρωμιοί" αναπτύχθηκε προκειμένου να περιγραφεί η εθνικό πολιτιστική ταυτότητα των Ελλήνων και η ρωμαϊκή υπηκοότητά τους. Το όνομα "Ρωμαίοι" συμβόλισε το δέος της παλαιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και δηλώνει χαρακτηριστικά των αξιώσεων του εδάφους του βυζαντινού κράτους.

Εξέλιξη από την Ελληνιστική στην Μεσαιωνική Κοινή

Το πολιτιστικό και γλωσσικό κέντρο του ελληνικού κόσμου κατά τη διάρκεια της βυζαντινής εποχής, δεδομένου ότι ήταν μία η φορά Αθήνα, ήταν η Κωνσταντινούπολη. Το κεφάλαιο ενέργησε ως γλωσσικό κέντρο στο βυζαντινό ελληνισμό, και για τις λογοτεχνικές (Αττικιστικές) και δημοφιλής-χυδαίες (προφορικές) μορφές ομιλίας. Η διγλωσσία στο Βυζάντιο καθορίστηκε από το μεσαιωνικό λογοτεχνικό Koine, που είχαν τα στοιχεία του αρχαϊσμού (ισοδυναμούν με τον ελληνιστικό αττικισμό), και το προφορικό ή δημοφιλές Koine που ήταν ο αυθεντικός διάδοχος της κοινής ελληνικής. Με τον τρόπο ότι οι δυτικοί μελετητές χρησιμοποίησαν τα κλασσικά λατινικά για το λογοτεχνικό έργο τους, οι Βυζαντινοί έτειναν να χρησιμοποιήσουν τους αρχαϊσμούς με τα στοιχεία του αττικισμού, και προσπαθούσαν συνήθως να μιμηθούν τις εργασίες τους, και στην ομιλία τον τρόπο, τα μεγάλα αττικά συγγραφικά-πρότυπα της κλασσικής περιόδου. Στις σημειώσεις του Παύλου του σιωπηλού και κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού "η περιγραφή της Αγίας του Σοφίας" (Έκφρασιν του Ναού της Αγίας Σοφίας) με τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο και τα ομηρικά εξάμετρα που χαρακτηρίστηκαν ως σκοτεινή και ποιητική γλώσσα. Οι ιστορικοί Προκόπιος και Χριστόβουλος μιμήθηκαν τον Θουκυδίδης ενώ η Άννα Κομνηνή είχε ένα γενικό λογοτεχνικό ύφος Αττικιστικό. Τα μέλη της εκκλησίας μέχρι την αγγελία του 4ου αιώνα μ.χ. ακολούθησαν το παράδειγμα των αποστόλων και χρησιμοποιούν τη μεσαιωνική Κοινή. Εντούτοις από τον 4ο αιώνα μ.χ. και εμπρός, η γλώσσα της εκκλησίας έγινε Αττικιστική λόγω στην επέμβαση των πατέρων τις Καππαδοκίας που είχαν εκπαιδευτεί στα ελληνικά σχολεία της ρητορικής. Από εκείνη την άποψη, η εκκλησία χρησιμοποιούσε την παλαιότερη γλώσσα των Ελλήνων προκειμένου να εξαλειφθεί μακριά η παλαιότερη ειδωλολατρική θρησκεία τους. Έως τότε οι περισσότερες από τις δημοφιλείς μάζες είχαν μετατραπεί ήδη στο χριστιανισμό, εντούτοις η εισαγωγή της Αττικής γλώσσας προσέλκυσε επίσης τα πλούσιους Έλληνες παγανιστές της υψηλότερης κοινωνικής θέσης. Κατά συνέπεια η ρητορική Αττικιστική βοήθησε το βυζαντινό κράτος για να εξαλείψει μακριά τις αιρέσεις, και το ιδιωματικό "Κοινή" ενίσχυσε τη λογοτεχνική ομιλία με τα στοιχεία από την προφορική γλώσσα. Κατά συνέπεια, ενώ η προφορική γλώσσα των πρώτων αιώνων είναι ακόμα παρόμοια με το Ελληνιστική Κοινή, από τον όγδοο αιώνα και μετά λαμβάνει επάνω μια μορφή πολύς πλησιέστερη στα σύγχρονα ελληνικά, ακόμα κι αν στα ιδιωματικά κείμενα, το μεγαλύτερο μέρος τους που γράφεται κάτω από τους μορφωμένους μοναχούς και τους διανοούμενοι, η γλώσσα είναι διαστρεβλωμένη ώστε να ταιριάζουν οι κανόνες της κλασσικής ελληνικής γραμματικής.

Λεξιλόγιο

Λόγω της μακροπρόθεσμης διγλωσσίας που υπάρχει μεταξύ των λατινικών και των ελληνικών, τα μεσαιωνικά ελληνικά δανείστηκαν τα διάφορα γλωσσικά στοιχεία από τη λατινική γλώσσα, πολλά από τα οποία επιζούν και στα σύγχρονα ελληνικά - τα περισσότερα έχουν να κάνουν με τη διοίκηση, την πολιτική, τη δημόσια ζωή, καθώς επίσης και τις καθημερινές καταστάσεις. Διάφορες Λατινικές λέξεις και δημοφιλείς φράσεις μπορούν να επισημανθούν στα μεσαιωνικά ελληνικά περιλαμβάνουν τα εξής (ο τολμηρός χαρακτηρισμός δηλώνει την αφομοίωση στη γλώσσα και την επιβίωση στα σύγχρονα ελληνικά):

Κοινές Εκφράσεις

  • άνω φηλικίσιμε!, ano filikisime < annos felicissimos!
  • βαίνε, vene < bene (venisti!)
  • τούμβικας!, tumvikas < tu vincas!
  • ιμούλτος άννος! imultos annos < in multos annos!

Κοινές Λέξεις

Αύγουστος (Avgoustos, Augustus), Καίσαρ (kesar, Caesar), πρίγκιψ (Prinkips, Prince), κόμης (Komis, Count), μάγιστρος (magistros, magister), κοιαίστωρ (quaestor), σιλεντιάριος, παλάτιον (palation, palace), κουροπαλάτης, ακτουάριος, καγκελλάριος (kankellarios, chancellor), σακελλάριος, τιτουλάριος (titoularios, title-bearer), οφφικιάλος (offikialos, an official).

Ονόματα

Μαγναύρα (from Latin magna aula, "great hall")[1] [2], Γερμανός, etc.

Ουσιαστικά

Αξούγγιον (axyggion, xigi), βερίκοκον (verikokon), βίγλα (vigla), βούκα/μπούκα (bouka), γούλα, εξέμπλιον, καλαμάριον (kalamarion), καλλίγιον, κάγκελον (kankellon), κάρβουνον (karvounon), κουβούκλιον (kouvouklione), στέρνα (sterna), λουκάνικον (loukanikon), λωρίον (> λουρί) (lorion), μάγκιψ, μάγουλον (magoulon), μακελλάρης (makellaris), μανίκιον (manikion), μαρούλιον (maroulion), μενσάλιον, μίλλιον (million), μουλλάριον (moularion), οσπίτιον (ospition,σπίτι), παλούκιον (paloukion), πανάριον (panarion), πέδικλον, πουγγίον (poungion), σκουτέλλιον, στάβλος (stavlos), ταβέρνα (taverna), τάβλα (tavla), φλάσκα (flaska), φόρος (foros, forum), φούρκα (fourka), φούρνος (fournos), λάβαρον (lavaron), βούλλα (voula, bulla), τίτλος (titlos, title), αντιμήνσιον, κανδήλιον (kandilion), μανουάλιον (manoualion), φαιλόνιον (felonion), καλένδαι (kalendai, kalends), βίσεκτος/δίσεκτος (visektos, disektos), κ.α.

Επίθετα

Βαρβάτος (varvatos), βένετος, μπλάβος (blavos) κ.α.

Ρήματα

Ακκομβίζω, βουλλώνω (boulono,), καβαλικεύω (kavalikevo), κανακεύω (kanakevo), μισσεύω (missevo), πλουμίζω (ploumizo), φουρνίζω (fournizo) κ.α.

Καταλήξεις

  • -άτον: Μαγιστράτον, μανδάτον, δουκάτον κ.α.
  • -άτος: Αμυγδαλάτος, καρυδάτος, κυδωνάτος, πιπεράτος κ.α.
  • -άριος: Νοτάριος, σχολάριος κ.α..
  • -πούλλος/πούλλον: Κομητόπουλλος, Τουρκόπουλλος, Αρχοντόπουλλον, Φραγκόπουλλον κ.α. (από το Λατινικό pullus, 'νέο ζώο')
  • -ήσιος: Καστρήσιος, κολονήσιος, βουνήσιος κ.α. (τη συλλαβή -ίσιος; από το Λατινικό -ενσις,[3] ένα επίθημα που δείχνει μια θέση προέλευσης)
  • -ανος: Δέκανος, Πάγανος κ.α.
  • -άλιον: Μανουάλλιον, Μενσάλλιον, τριβουνάλιον κ.α.

Φωνολογία

Στη φωνολογία, και οι σπάνιες και κοινές καινοτομίες που περιγράφονται στην Κοινή ελληνική γίνονται αρκετά γενικευμένες.

  • Το φωνήεν έχει συγχωνευθεί ήδη με, εκτός από τον Πόντο και την Καππαδοκία, όπου συντήρησε την αρχαία έμφασή του (νύφε, κεπίν, τίμεσον, Ελλένικος, θελυκό, πεγάιδι).
  • Το φωνήεν ου και ο δίφθογγος οι, που κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής Κοινής είχε πάρει τον ήχο του γαλλικού "u", συγχωνεύτηκε επίσης με το ι το 10ο αιώνα, εκτός από μερικές τοπικές διαλέκτους όπως το αυτός του Αιγαίου και των Μεγάρων (και τα δύο στον Σαρωνικό κόλπο) και στην Cumae στην Ιταλία (κιούτομαι, χιούρος, τσιουλία, Κούμη).
  • Το φωνήεν ω είναι σε περιορισμένες περιπτώσεις που μετατρέπεται σε ου (ζουμιν, κλουβίν, κουνούπιν, κουπίν, αλωπού, μαιμού, Γιλλού).
  • Το φωνήεν ε μετατρέπεται περιστασιακά σε ι κοντά στο α και ο, και κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα χάνει την έμφασή του (μηλέα>μυλιά, λεοντάριν>λιοντάριν), παντού εκτός από τον Πόντο, την Καππαδοκία, τα Επτάνησα και τη Νότια Ιταλία.
  • Το φωνήεν ο παραμελείται βαθμιαία από το τέλος της λέξεις -ιον, -ιος (καλαμάριν, κουβάριν, σακκίν, χαρτίν, κύρις).
  • Ο φωνητικός συνδυασμός ου-ε προφέρεται περιστασιακά ως ο (μόδωκε, οπόχουν, πόναι, οπόκαμεν, πόλειπες).
  • Τα σύμφωνα κ και π μετατρέπονται περιστασιακά σε χ και φ όταν υπάρχει το τ (νύχτα, προσεχτικά, σουδαχτικά, εκλεχτοί, εφτά, λεφτός, φτωχός, βαφτίζω).
  • Το σύμφωνο θ μετατρέπεται περιστασιακά σε τ όταν προηγείται το φ και χ (εγεύτη, φτοράν, φτόνος, παρευτύς, εταράχτησαν, να συναχτούν, να δεχτούμε, μάχεστε, επιάστη).
  • Το φωνήεν υ από τους διφθόγγους αυ και ευ, που από τον καιρό της Κοινής Ελληνικής είχε αποκτήσει ήδη τον ήχο φ και β, τώρα κατασιγάζονται περιστασιακά όταν υπάρχει το μ (θάμα, ψέμα), και μετατρέπεται σε π όταν υπάρχει το σ (απεζέψασιν, επλέψασιν, ωδήγεψαν, να θεραπέψουν, ανάπαψη).
  • Το φωνήεν υ σε συνδυασμό με υν μετατρέπεται σε μ (εύνοστος>έμνοστος, χαύνος>χάμνος, ελαύνω>λάμνω).
  • Τα ρινικά σύμφωνα μ και ν σταματούν την προφορά όταν πετυχαίνεται από άφωνα fricatives (νύφη, άθος, πεθερός).
  • Η κατάληξη -ν συνεχίζει να προφέρεται (καλαμάριν, κουβάριν, σακκίν, χαρτίν) και σε διάφορες περιπτώσεις εμφανίζεται ισοδύναμα (γάλαν, οξύγαλαν, πράμαν, εγίνοτον, επνίγην, εκτίστην).

Σημειώσεις

  1. ^ http://w38.fhw.gr/chronos/09/en/glossary/main/mm.html
  2. ^ http://www.byzantium1200.com/senato.html
  3. ^ See S.B. Psaltes, Grammatik der Byzantinischen Chroniken,Göttingen 1974, pp. 16-17.

Πηγές

  • Andriotis, N. History of the Greek language.
  • Tonnet, Henri. Histoire du grec moderne.

Εξωτερική Σύνδεσμοι