Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Μικρασιατική εκστρατεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η Ελλάδα, ως νικήτρια χώρα στο πλευρό της Αντάντ κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ανταμείφθηκε με παραχώρηση εδαφών από τη Βουλγαρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, χώρες οι οποίες κατά τη διάρκεια του πολέμου είχαν ταχθεί με τις κεντρικές δυνάμεις.

Απ' τη Βουλγαρία η Ελλάδα απέσπασε την Δυτική Θράκη, σύμφωνα με την συνθήκη του Νεϊγύ, που απέκοπτε το βουλγαρικό κράτος από άμεση πρόσβαση προς τη Μεσόγειο Θάλασσα.

Επίσης, υπεγράφη η συνθήκη των Σεβρών, σύμφωνα με την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέδιδε στην Ελλάδα όλη την Ανατολική Θράκη -εκτός από την περιοχή της Κωνσταντινούπολης- και τη ζώνη της Σμύρνης στη δυτική Μικρά Ασία.

Πίνακας περιεχομένων

Ελληνοτουρκικός Πόλεμος 1919-1922

Ο επονομαζόμενος Ελληνο-Τουρκικός πόλεμος του 1919-1922, αν και δεν υπήρξε ποτέ επίσημα τέτοιος πόλεμος, ούτε και ανταλλάχθηκαν τελεσίγραφα, ονομάστηκε έτσι από το γενικευμένο πόλεμο των Συμμάχων κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον οποίο και εμπλέχθηκε η Ελλάδα στη λεγόμενη "Μικρασιατική εκστρατεία". Είναι επίσης γνωστός και ως Πόλεμος της Μικράς Ασίας, (στην Τουρκία αποτελώντας κομμάτι του Τούρκικου πολέμου της Ανεξαρτησίας από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις κατοχής (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, θεωρούμενη ομοίως τελευταία και η Ελλάδα).

Το 1919 , ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η κυβέρνησή του , έχοντας την υποστήριξη των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου , διέταξαν την απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στην Μικρά Ασία με πρόσχημα την "προστασία των ελληνικών πληθυσμών".

Το 1920 υπογράφηκε συνθήκη (Η Συνθήκη των Σεβρών , 10 Αυγούστου 1920) , η οποία καθόριζε μέχρι που θα μπορούσαν να προχωρήσουν τα ελληνικά στρατεύματα.

Όμως , η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε ότι θα μπορούσε να αποσπάσει περισσότερα εδάφη. Έτσι , τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να προελαύνουν στην ημιάναρχη Οθωμανικη Αυτοκρατορία η οποία μαστίζονταν απο εμφύλιες διαμάχες μεταξύ του Σουλτάνου και των Κεμαλιστών.

Τα ελληνικά στρατεύματα είχαν φτάσει στον ποταμό Σαγγάριο το 1921 , όταν πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα ανέτρεψαν τον Βενιζέλο και στην Τουρκία εδραιωνόταν ο Μουσταφά Κεμάλ. Αυτό οδήγησε στην αποδυνάμωση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος και ενδυνάμωση των τουρκικών στρατευμάτων. Παράλληλα η άνοδος του Κωσταντίνου στον θρόνο προκάλεσε την δυσφορία απέναντι στην Ελλάδα και σύντομα την πολιτική απομόνωση σε διεθνές επίπεδο καθώς ο Κωνσταντίνος είχε άμεσες σχέσεις με την βασιλική οικογένεια της ηττημένης Γερμανίας.

Το 1922 τα τουρκικά στρατεύματα άρχισαν την αντεπίθεση. Ο τουρκικος στρατός ανάγκαζε τον ελληνικό να υποχωρει διαρκώς , ενώ μαζί με τον ελληνικό στρατο έφευγαν και Έλληνες που φοβόντουσαν αντίποινα για τα όσα είχε κάνει ο ελληνικός στρατός σε αμάχους, απο τους Κεμαλιστές. Ο ελληνικός στρατός , μετά απο απανωτές ήττες , αναγκάστηκε να αποχωρήσει απο την Μ.Ασία . Ο Πόλεμος είχε ουσιαστικά τελειώσει. Με την Συνθήκη της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923) , καθορίστηκαν τα νέα εδαφικα καθεστώτα του ελληνικού και τουρκικού κράτους αντίστοιχα.

Μαύρες Σελίδες στην ιστορία του πολέμου αυτού αποτελούν η πυρπόληση της Σμύρνης, η οποία σύμφωνα με τους Έλληνες προκλήθει από τους Τούρκους (Η Σμύρνη αποτελούσε τότε μεγάλο φάρο του ελληνισμού) , και η ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία που ξεσπίτωσε 1650000 έλληνες και 570000 τούρκους.

Η κατάσταση στο Αιγαίο

Η αιτία για την έναρξη του πολέμου ήταν οι μυστικές συμφωνίες των Δυτικών δυνάμεων για να διαμελύσουν την Οθωμανική αυτοκρατορία μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Συγκεκριμένα, η Αγγλία υποσχέθηκε στους Έλληνες εδαφικές προεκτάσεις εις βάρος των Τούρκων αν συμμαχούσαν με τους Συμμάχους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα εδάφη που υποσχέθηκαν οι Άγγλοι ήταν η Ίμβρος, η Τένεδος και τα μικρασιατικά παράλια.

Αυτή την περίοδο, ο Μουσταφά Κεμάλ, στρατιωτικός και ηγέτης μίας ομάδας επαναστατών, ίδρυσε το Τούρκικο Εθνικό Κίνημα στην Μικρά Ασία. Οι επαναστάτες θέλησαν να ελευθερώσουν τα μέρη που είχαν παραδωθεί στην Ελλάδα με την απραξία της Υψηλής Πύλης.


Άφιξη Ελληνικών στρατευμάτων

Στις 15 Μαΐου 1919 ελληνικά στρατεύματα φτάσαν στη Σμύρνη και κατέλαβαν την πόλη και τις γύρω περιοχές, με την κάλυψη του Ελληνικού, Γαλλικού και Βρετανικού ναυτικού. Ταυτόχρονα οι Έλληνες είχαν καταλάβει και την Ανατολική Θράκη.

Έλληνες και Αρμένιοι της Σμύρνης υποδέχτηκαν τους Έλληνες ως σωτήρες. Οι Τούρκοι, έβλεπαν τους Έλληνες ως κατακτητές στον τόπο τους. Το μεγαλύτρο μέρος του Τούρκικου στρατού στην περιοχή παραδώθηκε στα συμμαχικά στρατεύματα ή κατέφυγε στην ύπαιθρο. Οι Δυτικές δυνάμεις συνέχισαν την κατάκτηση των γύρω περιοχών με σκοπό να ενισχύσουν την θέση τους στην περιοχή της Σμύρνης. Σταδιακά, η Ελλάδα είχε κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος των παραλίων της Μικράς Ασίας.

Ελληνική επέκταση

Τον Οκτώβριο του 1920, ο Ελληνικός στρατός προχώρησε στην Ανατολική Μικρά Ασία με την στήριξη πάντα των Δυτικών οι οποίοι θέλαν την Τούρκικη κυβέρνηση να υπογράψει την Συνθήκη των Σεβρών. Οι επιχειρήσεις αν και ξεκίνησαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, συνεχίστηκαν από τον Δημήτριο Γούναρη, αφού το κόμμα του Βενιζέλου έχασε τις εκλογές. Ο Γούναρης έκανε στρατηγούς του Ελληνικού στρατού, άσχετους και άπειρους μοναρχιστές με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο να έχει τον πλήρη έλεγχο των στρατευμάτων στη σμύρνη. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν μία αποστολή. Να νικήσουν τον στρατό του Ατατούρκ και να τον αναγκάσουν σε διαπραγματεύσες.

Η πρώτη ήττα για τους έλληνες ήρθε στην πρώτη μάχη του Ινονού στις 11 Ιανουαρίου 1921. Αυτό ανάγκασε την Δύση να επισπέυσει τον διπλωματικό διάλογο, φοβούμενη ότι ίσως οι Τούρκοι αντεπιτεθούν. Παρ'όλο που έφτασαν κοντά σε συμφωνία, η Ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να υπογράψει συνθήκη πιστεύοντας ότι μπορούσαν να κατακτήσουν ακόμη περισσότερα εδάφη. Η δεύτερη μάχη του Ινονού, ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου και έληξε σε θριαμβευτική νίκη των Τούρκικων δυνάμεων. Οι Βρετανοί, αν και ήταν με το μέρος της Ελλάδος, αρνήθηκαν να συνεχίσουν την στρατιωτική στήριξη, για να μην προκαλέσουν την Γαλλική κυβέρνηση. Η Τουρκία έλαβε σημαντική στρατιωτική βοήθεια από τους Ρώσους.

Το τέλος

Ο Ελληνικός στρατός συνέχισε να προχωράει μέχρι και 100 χλμ. έξω από την Άγκυρα. Εκεί, τον Αύγουστο του 1921, ο Ατατούρκ με τον στρατό του υπερασπίστηκε την πρωτεύουσα, πλέον, όχι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά της Τούρκικης Δημοκρατίας. Μετά από σκληρή μάχη με πολλούς νεκρούς, οι Έλληνες οπισθωχώρησαν. Τα Ελληνικά τμήματα καθηλώθηκαν στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού και ένα χρόνο αργότερα εκδηλώθηκε μεγάλη Τουρκική αντεπίθεση (Αύγουστος 1922). Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, ο Ελληνικός στρατός είχε μόνο την Σμύρνη υπό την κατοχή του.

Ο στρατός του Ατατούρκ έφτασε στην Σμύρνη, την οποία και κατέλαβε. Μπαίνοντας στην πόλη ο τουρκικός στρατός αλλά και οι άτακτοι «τσέτες» κατακρεούργησαν εκαντοντάδες χιλιάδες Ελλήνων Μικρασιατών, άνδρες, γυναίκες και δεν χαρίστηκαν ούτε στα παιδιά.

Ισχυροποίηση των Ελληνικών διεκδικήσεων

Τον Μάϊο του 1919 η Ελλάδα (εκ των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) εξασφάλισε από τις μεγάλες δυνάμεις της "Τριπλής Συνεννοήσεως" («Αντάντ») -και χάρις στις ενέργειες του πρωθυπουργού της Ελευθέριου Βενιζέλου- την άδεια να αποβιβάσει στρατεύματα στη Σμύρνη, προκειμένου να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ιωνίας από δολιοφθορές των Τούρκων ατάκτων. Η κατάληψη της πρωτεύουσας της Ιωνίας έγινε μέσα σε πανηγυρικό κλίμα και χωρίς αντίσταση (αν και κατά τις πρώτες ημέρες καταγράφηκαν αρκετά αιματηρά επεισόδια με ευθύνη και των δύο πλευρών), τοποθετήθηκαν Ελληνικές διοικητικές αρχές που υπήχθησαν στις εντολές του αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη και ξεκίνησε η προσπάθεια να αναχαιτισθούν οι εχθρικές επιβουλές, με στρατιωτικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις προς τα ενδότερα.

Με τη συμφωνία των Σεβρών (1920) που υπέγραψε η ηττημένη του πολέμου Οθωμανική Τουρκία αναγνωρίσθηκε η επικυριαρχία του Σουλτάνου στην καταληφθείσα περιοχή, πλην όμως το χρονοδιάγραμμα προέβλεπε Ελληνική διοίκηση για την επόμενη πενταετία πέραν της οποίας παρείχετο η δυνατότητα μέσω δημοψηφίσματος να περιέλθει οριστικά στην Ελληνική επικράτεια. Παράλληλα, η Ανατολική Θράκη παραχωρήθηκε στην Ελλάδα έως τη γραμμή Αίνου-Μήδειας, ενώ με ξεχωριστή συμφωνία η Ιταλία συναινούσε να αποδώσει και τα Δωδεκάνησα στη χώρα μας.

Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία
Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία

Ασταθής ισορροπία.

Η συμφωνία των Σεβρών που υπεγράφη στις 28 Ιουλίου (σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο) του 1920 αποτέλεσε μια τεράστια διπλωματική επιτυχία του Βενιζέλου, την οποία όμως δεν επικύρωσε επίσημα σχεδόν καμιά από τις πλευρές που την υπέγραψαν και την οποία ουδέποτε αναγνώρισε ο Μουσταφά Κεμάλ, μετέπειτα γνωστός και ως «Ατατούρκ», (περίφημος αξιωματικός του Τουρκικού στρατού που είχε διακριθεί στην αντίσταση κατά των δυτικών δυνάμεων στη χερσόνησο της Καλλίπολης, όπου η Αντάντ υπέστη πανωλεθρία). Ο Κεμάλ οργάνωσε ανταρτικό στρατό και όρισε την έδρα της επαναστατικής του κυβέρνησης στην Άγκυρα κηρύσσοντας αγώνα μέχρις εσχάτων. Από την άλλη πλευρά, ο Βενιζέλος, συνειδητοποιώντας πως η συνθήκη των Σεβρών κινδύνευε να παραμείνει "νεκρό γράμμα" αποφάσισε να την επιβάλλει δια των όπλων και διέταξε το καλοκαίρι του 1920, την εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και τη γενίκευση της σύγκρουσης (που γρήγορα μετατράπηκε σε ολοκληρωτικό πόλεμο με εκατέρωθεν ωμότητες) στη Μικρασιατική ενδοχώρα, υπό το στρατηγό Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Ο ελληνικός στρατός, παρά τις δολιοφθορές των ατάκτων τσετών κατόρθωσε να καταλάβει μια σειρά από πόλεις στις οποίες κατοικούσαν ελληνικής καταγωγής πληθυσμοί και να δώσει το δικαίωμα στην πολιτική ηγεσία να ελπίζει σε περιορισμό του τουρκικού στοιχείου στα οροπέδια της κεντρικής Ασίας. Παράλληλα, μια σειρά από πολιτιστικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες της ελληνικής διοίκησης της Μικράς Ασίας, όπως αρχαιολογικές ανασκαφές, ιδρύσεις εκπαιδευτικών και άλλων ιδρυμάτων αποσκοπούσαν στην εμπέδωση της ελληνικής συνείδησης των κατοίκων και τη δημιουργία υποδομών για την οριστική ενσωμάτωση των απελευθερωμένων (καταληφθεισών κατά την τουρκική πλευρά) περιοχών στην ελληνική επικράτεια.

Στην Ελλάδα ωστόσο (παρά την διαφαινόμενη καθιέρωση της χώρας ως μίας περιφερειακής βαλκανικής δύναμης που εκτεινόταν γεωγραφικά σε δύο ηπείρους και πέντε θάλασσες) η δυσαρέσκεια του κόσμου αυξήθηκε από τις πολλές αυθαιρεσίες των βενιζελικών εναντίον των φιλομοναρχικών (μεταξύ των οποίων και η δολοφονία του επιφανούς στελέχους της αντιβενιζελικής παράταξης αγωνιστή, λογίου και πολιτικού Ίωνα Δραγούμη) μετά τη δολοφονική απόπειρα κατά του πρωθυπουργού στο σταθμό της Λυόν από δύο απότακτους βασιλόφρονες αξιωματικούς. Παράλληλα, η οργισμένη και συνασπισμένη αντιπολίτευση δήλωνε ότι θα φρόντιζε να εξασφαλίσει την επιστροφή των ταλαιπωρημένων στρατιωτών που βρίσκονταν στα όπλα από το 1912 χωρίς σχεδόν καμία διακοπή, ενώ η ξαφνική απώλεια από δάγκωμα πιθήκου του νεαρού βασιλιά (Αλέξανδρος Α'), που είχε διαδεχθεί τον έκπτωτο πατέρα του (Κωνσταντίνος Α') και είχε αρμονική συνεργασία με το Βενιζέλο, επέτεινε την πολιτική αστάθεια.

Ο Βενιζέλος αναγκάσθηκε να προσφύγει στις κάλπες, όπου, χάρις στο εκλογικό σύστημα που εφαρμόσθηκε, η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» και ο επικεφαλής της Δημήτριος Γούναρης θριάμβευσαν παρότι υπολείπονταν σε ψήφους.

Μεταστροφή του διεθνούς παράγοντα.

Οι νικητές ανέλαβαν την εξουσία, ο Βενιζέλος απογοητευμένος από την έκβαση των γεγονότων αυτοεξορίσθηκε στο Παρίσι και το Νοέμβριο του 1920 ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στο θρόνο. Η Γαλλία και η Ιταλία βρήκαν σε αυτή την εξέλιξη το πρόσχημα που αναζητούσαν για να απαγκιστρωθούν από την Μικρά Ασία στην οποία κατείχαν σημαντικά εδάφη (αλλά ήδη είχαν έλθει σε μυστικές συνεννοήσεις για την αποχώρησή τους με ανταλλάγματα). Απείλησαν την Ελλάδα ότι ενδεχόμενη παλινόρθωση του γερμανόφιλου Κωνσταντίνου θα οδηγούσε σε ρήξη των σχέσεων, κάτι που όμως αγνόησε η νέα Ελληνική κυβέρνηση.

Στην Τουρκία, ο Κεμάλ συνέχιζε τον αγώνα του κατά του Σουλτάνου (ο οποίος ήταν πρόθυμος να δεχθεί τη συμφωνία των Σεβρών, διατηρώντας τα προνόμιά του) αλλά και της ξενικής τριπλής κατοχής, ενώ στην απέναντι όχθη του Αιγαίου η κυβέρνηση Γούναρη όχι μόνο δεν επανέφερε το στρατό, αλλά αποφάσισε (με την παρότρυνση των Άγγλων που εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα) να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, την Ελληνική ηγεσία απασχολούσε έντονα (σύμφωνα και με δηλώσεις του ίδιου του Γούναρη) η τύχη των Ελληνικής καταγωγής πληθυσμών, σε περίπτωση που αποφασίζετο η διακοπή της εκστρατείας.

Στις 25 Μαρτίου του 1921 (σε μία συμβολικά επιλεγμένη χρονική στιγμή, εκατό ακριβώς χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση) ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αποβιβάσθηκε στη Σμύρνη και συμμετείχε σε ευρεία στρατιωτική σύσκεψη, όπου ορίσθηκε ως στόχος η κατάληψη της Άγκυρας και η καταστροφή του σταθμού ανεφοδιασμού του εχθρού, ενέργεια η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ελληνικού επιτελείου θα οδηγούσε τον Κεμάλ σε συνθηκολόγηση.

Καθήλωση και αδράνεια.

Η προέλαση του τεράστιου για την εποχή εκστρατευτικού σώματος (220.000 άνδρες) μέσω της Αλμυρής Ερήμου έφερε τις Ελληνικές δυνάμεις (οι οποίες προέβησαν σε πολλές ωμότητες κατά του Τουρκικού πληθυσμού) στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού, προ των πυλών της Άγκυρας. Εκεί, στην κρίσιμη μάχη που ακολούθησε τον Αύγουστο του 1921, ο Ελληνικός στρατός αναγκάσθηκε να καθηλωθεί, καθώς οι Τούρκοι -συναισθανόμενοι ότι σε περίπτωση ήττας θα έχαναν τα πάντα- προέβαλαν λυσσαλέα αντίσταση. Παράλληλα, ο Κεμάλ -που σύμφωνα με τους βιογράφους του ήταν έτοιμος να οπισθοχωρήσει- αναθάρρησε και συνέχισε τον ανεφοδιασμό, τη στρατολόγηση νέων ανδρών (που συνέρεαν στις τάξεις του) και τις μυστικές συμφωνίες, τόσο με τη νεοπαγή Σοβιετική Ένωση (καθώς οι Μπολσεβίκοι του παραχώρησαν πολύτιμο εξοπλισμό -μη ξεχνώντας την προηγηθείσα συμμετοχή της Ελλάδας με μισθοφορικό στρατό στην εναντίον τους εκστρατεία της Αντάντ στην Ουκρανία- θεωρώντας ότι η χώρα του δεχόταν και εκείνη επίθεση από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις), όσο και με Κούρδους αυτονομιστές.

Για ένα ολόκληρο χρόνο συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, με τους Τούρκους να απορρίπτουν πρόταση των Δυνάμεων της Αντάντ για συνθηκολόγηση της Ελληνικής στρατιάς υπό όρους και τους δυτικούς ηγέτες να αποκλείουν κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Ελληνικό στρατό, απέλπιδα κίνηση της ελληνικής πλευράς για να εκβιάσει την εξουδετέρωση του διαφαινόμενου κινδύνου.

Η μεγάλη ανάπτυξη των Ελληνικών γραμμών που εκτείνονταν σε μία τεράστια απόσταση χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη αλληλοκάλυψη των τμημάτων, η εξάντληση των στρατιωτών από την πολύμηνη παραμονή τους σε κατάσταση εκστρατείας μέσα σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον πολύ μακριά από τα φιλικά παράλια, η ενδυνάμωση του αντιπάλου και η ασυνεννοησία με την πολιτική ηγεσία που αντικατέστησε τον αρχιστράτηγο (Αναστάσιος Παπούλας) με έναν ιδιόρρυθμο στρατηγό (Γεώργιος Χατζανέστης) οδήγησαν στην διάρρηξη του μετώπου και την οπισθοχώρηση.

Η καταστροφή.

Στα τέλη Αυγούστου του 1922 ο Κεμάλ εξαπέλυσε την αναμενόμενη αντεπίθεση και τα Ελληνικά στρατεύματα υποχρεώθηκαν είτε σε ομαδική παράδοση και αιχμαλωσία, είτε σε άτακτη υποχώρηση προς τη θάλασσα και τη σωτηρία. Ο Κεμάλ εισήλθε στη Σμύρνη στις αρχές Σεπτεμβρίου και εγκαταστάθηκε ως απελευθερωτής στην πόλη. Οι νικητές προέβησαν σε εκτεταμένες βιαιοπραγίες εις βάρος του χριστιανικού πληθυσμού όλης της Μικράς Ασίας. Οι ελληνικές και αρμενικές συνοικίες της Σμύρνης παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ οι κάτοικοί τους αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπο διαφυγής προς το Αιγαίο, κάτω από τα αδιάφορα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) βλέμματα των πληρωμάτων των συμμαχικών πλοίων τα οποία τηρούσαν στάση αυστηρής ουδετερότητας (όπως είχαν διαταχθεί) μπροστά στη σφαγή, ενώ καταγράφηκαν και περιπτώσεις όπου οι άνδρες των πληρωμάτων ραβδίζαν τα χέρια των ικετεύοντων να ανεβούν στα καταστρώματα για να σωθούν χριστιανών.

Η αρνητική έκβαση της μικρασιαστικής εκστρατείας οδήγησε στη μεγάλη καταστροφή, την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπινων ζωών και την προσφυγοποίηση 1,5 εκατομμυρίου άλλων. Στα συντρίμμια της Σμύρνης τερματίσθηκε η Ελληνική παρουσία 2.500 ετών στη Μικρά Ασία και ενταφιάστηκε η ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας», η οποία είχε αποτελέσει επί σχεδόν έναν αιώνα τον κεντρικό άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τη βασική πηγή τροφοδότησης της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας.

Πηγές

  • "Σύντομη ιστορία της νεώτερης Ελλάδος" (Richard Clogg).
  • Ένθετο "Ιστορικά" (Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία").
  • "Τρεις αιώνες, μια ζωή" (Φιλιώ Χαϊδεμένου και "Λιβάνης").
  • "Πως έζησα την καταστροφή της Σμύρνης" (Μιχ. Βαζλαβάνης και "Κωστόγιαννος" 1998).
  • "Δακρυσμένη Μικρασία" (Βασίλης Τζανακάρης και "Μεταίχμιο" 2007)
  • Η Γενοκτονία των Ελλήνων