Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Μύθος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Για άλλες χρήσεις του όρου βλέπε Μύθος (αποσαφήνιση)

Ο μύθος σύμφωνα με την ανθρωπολογική ερμηνεία του όρου είναι μία ιερή ή θρησκευτική αφήγηση της οποίας το περιεχόμενο σχετίζεται με την προέλευση ή τη δημιουργία φυσικών, υπερφυσικών ή πολιτιστικών φαινομένων. Η ανθρωπολογική έννοια για τον μύθο διαφέρει από εκείνην που υπονοεί στο περιεχόμενο του μύθου κάποιο ψεύδος. Οι μύθοι διερευνούνται επίσης ως αποσπασματικές πηγές προφορικής ιστορικής αφήγησης ως ενδείξεις κοινωνικών αξιών που διαμορφώνουν τον κοινωνικό χάρτη μιας ομάδας ανθρώπων και (από τον Κλοντ Λεβί-Στρος) για τις καθολικές (συμπαντικές) δομές τους.

Πίνακας περιεχομένων

Φιλολογικό είδος

Ως φιλολογικό είδος είναι μια ιστορία με αφηγηματική αλληλουχία, συνήθως παραδοσιακή και ανώνυμη, μέσω της οποίας ένας δεδομένος πολιτισμός επικυρώνει τα κοινωνικά ήθη του ή αφηγήσεις για την προέλευση του ανθρώπου και τα φυσικά φαινόμενα, συνήθως με υπερφυσικούς ή φανταστικούς όρους. Ο όρος μύθος με την φιλολογική του έννοια απλώνεται σε ένα ευρύ φάσμα εννοιών, η προσέγγιση των οποίων μπορεί να γίνει είτε με ορθολογιστικό είτε με ρομαντικό τρόπο. Σύμφωνα με την ορθολογιστική εκδοχή ο μύθος είναι μια ψευδής και μη αξιόπιστη ιστορία ή πεποίθηση. Σύμφωνα με την ρομαντική εκδοχή (προσέγγιση της εποχής του Ρομαντισμού και όχι ρομαντική με την κοινή έννοια) ο μύθος είναι ένας διαισθητικός τρόπος κοσμικής κατανόησης.

Στο φιλολογικό και λογοτεχνικό εννοιολογικό πλαίσιο το δεύτερο είδος χρήσης επικρατεί, και οι μύθοι θεωρούνται πλασματικές ιστορίες, που περιέχουν στον πυρήνα τους βαθύτερες αλήθειες και εκφράζουν τη συλλογική στάση των ανθρώπων απέναντι στα θεμελιώδη θέματα της ζωής, του θανάτου, της θεότητας και της ύπαρξης. Οι μύθοι συνήθως διακρίνονται από τους θρύλους ως αφηγήσεις με ελλιπή ιστορική βάση, αν και φαίνονται να διαθέτουν παρόμοια στερεότυπα προφορικής μετάδοσης, διάχυσης, φιλολογικής προσαρμογής και απόδοσης. Συχνά η έννοια μύθος συγχέεται με την καθολική έννοια μυθολογία (βλ. λήμμα Mythology στην αγγλική wikipedia) αλλά οι δύο έννοιες είναι εντελώς διαφορετικές. Η μυθολογία ως έννοια συνδέεται με ένα σώμα (corpus) αλληλοσυσχετιζόμενων μύθων, τους οποίους μοιράζονται τα μέλη μιας θρησκείας ή ενίοτε ένα σύστημα μύθων τους οποίους δημιουργεί ένας συγγραφέας. Σημαντικά παραδείγματα «προσωπικών» μυθολογιών θα μπορούσε να αντλήσει κάποιος από τις μυθολογίες που δημιούργησαν οι Ουίλλιαμ Μπλέηκ, Γ. Μπ. Γιτς, Τζ. Τόλκιν κ.ά.

Θρησκειολογία

Από θρησκειολογικής άποψης ο μύθος είναι αφήγηση περί των των θείων υπάρξεων, ενταγμένος γενικά σε ένα συνεκτικό σύστημα μύθων και θεωρείται αληθής και ιερός. Επικυρώνονται από το γενικότερο εθιμικό σύστημα μιας κοινωνίας και το συναφές θρησκευτικό ιερατείο, άμεσα συνδεδεμένος με τη θρησκεία. Σε οποιαδήποτε περίπτωση διασπάται η σύνδεση με την θεϊκότητα των υπάρξεων, και οι χαρακτήρες της ιστορίας δεν θεωρούνται ως Θεοί αλλά ως ανθρώπινοι ήρωες, γίγαντες ή ξωτικά, τότε ο μύθος μετατρέπεται σε λαϊκό παραμύθι. Όταν επίσης ο κεντρικός χαρακτήρας του μύθου είναι θεϊκός αλλά η ιστορία είναι τετριμμένη, το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι ένας θρησκευτικός θρύλος και όχι μύθος.

Μύθος - Χριστιανισμός - Πατερική Θεολογία

Η προσφορά του Αρχαιοελληνικού μύθου

Ανεξάρτητα από τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις επιμέρους φιλοσοφικές αρχές, στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό υπήρξε συνύφανση λόγου και μύθου που αποτελούσε κεντρική δημιουργική δύναμη στον ελληνικό στοχασμό. Ο στοχασμός αυτός, αν και βρισκόταν στην περιοχή του λόγου, μπορούσε με άνεση να επεξεργάζεται μυθικές εικόνες και παραστάσεις. Λόγος και μύθος πάντοτε είχαν έναν αδιόρατο οργανικό δεσμό στις λειτουργίες του στοχασμού.

Ο μύθος όχι μόνο δεν αντιτίθεται στο λόγο αλλά αποτελεί και πηγή εξέλιξης. Για παράδειγμα ο μύθος για τη γένεση του κόσμου και των θεών παρέχει την εικόνα μιας ανελέητης μάχης ανάμεσα στις θεότητες που πρωτοστατούν. Επειδή οι θεότητες αυτές σχεδόν ταυτίζονται με τα φυσικά στοιχεία, αυτός που ακούει και αποδέχεται το μύθο σχηματίζει αμέσως την παράσταση ενός κόσμου δυναμικού σε διαρκή ζύμωση και πάλη. Πιθανόν καμιά άλλη γλώσσα δεν θα μπορούσε να πει τόσο πειστικά και αποτελεσματικά ότι ο κόσμος βρίσκεται σε μια αδιάκοπη ροή μέσα από εκρήξεις και συγκρούσεις στοιχείων και καταστάσεων. Έτσι ο φιλόσοφος είχε ήδη το γόνιμο έδαφος, για να προχωρήσει στην αντίστοιχη σύλληψη με λογικές έννοιες, με τον μύθο όχι μόνο να αποτελεί προστάδιο μιας εξέλιξης, αλλά και βασική προϋπόθεση ώστε να κινηθεί ο λόγος κατά μια ορισμένη και σωστή κατεύθυνση.

Η Δυτική σκέψη

Στον ευρωπαϊκό πολιτισμό της Δύσης, αυτή η οργανική συνύφανση είτε εξαφανίζεται είτε επιβιώνει υποτονικά στο περιθώριο. Ο λόγος αυτονομείται και παραμερίζει ως εχθρικές τις μυθικές εικόνες και έτσι ο ελληνικός πολιτισμός μένει ουσιαστικά ανεπανάληπτος, δίνοντας μόνο επιμέρους στοιχεία στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού, χωρίς να τον καθορίζει ολοκληρωτικά. Αν και είναι περισσότερο έκδηλη η χριστιανική επίδραση στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού, εντούτοις ο πολιτισμός της Δύσης έφτασε σε μια νέα σύνθεση, όπου επικρατεί το αντιμυθικό στοιχείο με την επικράτηση της τεχνολογίας, η δομή της οποίας δεσπόζει κυριαρχικά στη σύνθεση του πολιτισμού όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε οικουμενική κλίμακα.

Χριστιανική απομύθευση

Η πολιορκία της χριστιανικής σκέψης μέσα στο πλαίσιο του δυτικού πολιτισμού γίνεται με το ερώτημα αν θα έπρεπε με την είσοδό της ανθρωπότητας σε μία άλλη φάση πολιτισμού, να επιδιώκεται η απομύθευση. Εξαρχής όμως, πρέπει να τεθεί το ερώτημα, αν είναι δυνατή η μετάδοση και η έκφραση με οποιαδήποτε γνωσιολογικά μέσα, μιας μεταφυσικής αλήθειας χωρίς τη μυθική εικόνα, χωρίς τον μύθο και τη συμβολική και ερμηνευτική γλώσσα του. Ο Χριστιανισμός, μολονότι κατευθύνεται εξαρχής από το περιεχόμενο της θείας αποκάλυψης, διατηρεί όλα τα πολιτιστικά στοιχεία. Έτσι, κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, διατηρεί τη συνύφανση λόγου και μύθου, την οποία όμως ανανεώνει διαρκώς σε μια δυναμική πορεία. Το πρόβλημα της απομύθευσης που έχει κατά καιρούς τεθεί, χρειάζεται διευκρίνιση και κατανόηση, γιατί δεν μπορεί να νοηθούν διδασκαλία και έργο, που υπερβαίνουν τα φυσικά δεδομένα, χωρίς τη μυθική γλώσσα. Η αποκάλυψη στις δυναμικές της φάσεις μέσα στό σχέδιο της ιστορίας της θείας οικονομίας, δεν θα μπορούσε να εκφραστεί χωρίς τις προϋποθέσεις αυτές, σύμφωνα άλλωστε και με τους Πατέρες της Εκκλησίας. Η μυθική αυτή γλώσσα όμως, χάνει τη γνησιότητα της και δεν μπορεί να εκφράσει τις αιώνιες αλήθειες, όταν είναι στατική με αποτέλεσμα να ειδωλοποιεί συγκεκριμένες περιοχές.

Ελληνικός και Χριστιανικός μύθος: Οι Διαφορές

Ελληνικό κοσμοείδωλο

Είναι βέβαιο ότι η ελληνική σκέψη ξεχώρισε το πρόσωπο απέναντι στο κοσμικό γίγνεσθαι, αλλά ταυτόχρονα το ενέταξε με το μύθο σε μια ενιαία διάσταση όλης της πραγματικότητας. Η ελληνική φιλοσοφία, παράλληλα με την έξαρση του λόγου στάθηκε με πολλή προσοχή στα στοιχεία της μυθολογίας και επεξεργάστηκε λογικά τις μυθικές παραστάσεις.

Παρ' όλο όμως το δυναμισμό που περιέχουν οι παραστάσεις αυτές, δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον χωρικό και χρονικό κύκλο του κόσμου, της προσωπικής και κοινωνικής ζωής. Η πρόοδος, σαν μια ριζική αλλαγή και μεταμόρφωση της ιστορίας, δεν αποτελεί θέμα για τον Έλληνα φιλόσοφο και το μέλλον, ως διάσταση, δεν τον προβληματίζει. Μόνο το παρελθόν και το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης εντοπίζεται και πέρα από τα κλειστά όρια του κόσμου δεν μπορεί να εντοπιστεί τίποτα. Το κάθετι που υπάρχει, κινείται και συλλαμβάνεται μέσα στα αυστηρά περιγράμματα μιας κυκλικής περιφοράς. Οι θεότητες ταυτίζονται με τα φυσικά στοιχεία ή περιορίζονται μέσα σ' αυτά. Ακόμη και στην περίπτωση όπου παρουσιάζεται η μία κεντρική θεότητα με εξουσία πάνω στις άλλες, δεν εξαιρείται από την ταύτιση αυτή.

Ο Πλάτωνας στον Τίμαιο (Πλάτ., Τίμ. 58abc), παρουσιάζει την εικόνα που είχαν οι αρχαίοι για το σύμπαν: μια σφαίρα, όπου τα στοιχεία σε διαφορετικά μεγέθη κινούνται και περιφέρονται κυκλικά. Ανάμεσα στα στοιχεία υφίσταται ανισότητα και ανομοιομορφία και έτσι επικρατεί αδιάκοπη κίνηση.

Ο Ηράκλειτος θεωρεί αδιανόητη την ηρεμία και την ευθεία κίνηση ενός στοιχείου ή μιας διάστασης. Από τη μια κατάσταση γίνεται το πέρασμα στην αντίθετη της και ξανά το αντίστροφο με ακατάπαυστες κυκλικές περιφορές.

Στον Φαίδωνα πάλι (Πλάτ., Φαίδ. 72ab), ο Πλάτωνας αναπτύσσει την άποψη για την αθανασία της ψυχής, λέγοντας πως αν η ζωή συνέχεια δίνει ζωή χωρίς αυτή να ξαναγυρίζει από το θάνατο σ' αυτήν, τότε κάποτε θα σταματήσει να υπάρχει. Κάτι παρόμοιο δηλ. με την άντληση νερού από μια πηγή όπου αν δεν επιστρέφει το νερό σ' αυτήν, σε ορισμένο χρόνο θα στερέψει.

Αυτή η συνεχής επανάληψη μέσα στο κλειστό και κυκλικό γίγνεσθαι κάνει το χώρο στατικό, παρ' όλη την υπάρχουσα δυναμικότητα και τα περιγράμματα περιορίζουν το κοσμοείδωλο παρόλο το βάθος, την εσωτερικότητα και τις δυναμικές διαστάσεις των πραγμάτων.

Επίσης, στην Πολιτεία ο Πλάτωνας κάνει λόγο για τα δεινά της λήθης, που είναι η απώλεια της μνήμης του αιώνιου κόσμου. Εκείνο δηλ. που μετράει, είναι η ανάμνηση του παρελθόντος. Η λειτουργία αυτή όμως, όσο κι αν δίνει βάθος και ώθηση στην ψυχή, της κόβει τελικά το δρόμο προς το μέλλον καθώς η ανάμνηση ακινητοποιεί τον άνθρωπο στο παρελθόν.

Χριστιανικό κοσμοείδωλο

Ο Χριστιανισμός, χρησιμοποιεί πολλά μυθικά αρχέτυπα. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί και διαφορετικά αλλιώς θα μιλούσαμε για ανθρώπους ενός άλλου κόσμου. Όμως ο Θεός ξεχωρίζει ριζικά από τον κόσμο. Είναι η αρχή του, αλλά αυτή, δεν περιορίζεται στα πλαίσια του κοσμικού γίγνεσθαι ούτε και μπορεί να ταυτιστεί με ένα φυσικό στοιχείο. Είναι πάνω από το μυθικό κοσμοείδωλο και το εξουσιάζει τη στιγμή που λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι. Έτσι φαίνεται και η πλήρης ανεξαρτησία του Θεού από το κοσμικό γίγνεσθαι. Όσο συχνές είναι οι εικόνες στην Αγία Γραφή που παρουσιάζουν το Θεό στον ουράνιο θρόνο, εξίσου πολλές είναι και οι παραστάσεις που τον απομακρύνουν και τον κάνουν απρόσιτο και άγνωστο στον άνθρωπο.

Η κύρια πραγματικότητα στον Χριστιανισμό δεν είναι ο κόσμος αλλά ο Θεός. Οι πονηρές δυνάμεις υπάρχουν αλλά δεν κυριαρχούν, όπως ακριβώς οι φυσικοί νόμοι δεν αποτελούν την έσχατη και κλειστή τάξη του σύμπαντος.

Κατά συνέπεια η ειδωλοποίηση που νοείται ως εγκλωβισμός σε μια ιερή ή θεϊκή ή μαγική ή βέβηλη περιοχή, στην Αγία Γραφή καταργείται. Η φανέρωση του Θεού, καθιστά ανίσχυρο το μυθικό κοσμοείδωλο και την δεσποτική του επιρροή.

Η έννοια της Δημιουργίας στη φιλοσοφική σκέψη, διαφέρει από τη Δημιουργία της Αγίας Γραφής. Ο θεός δεν αποτελεί μία μορφοποιητική αρχή περιορισμένη κι αυτή μέσα στα περιγράμματα του κοσμικού γίγνεσθαι αλλά παρουσία που συνεχώς ουσιώνει το κοσμικό και ανθρώπινο γίγνεσθαι, ενώ ο ίδιος είναι απρόσιτος και ανεξάρτητος από τον κόσμο και τον άνθρωπο. Ο θεός δεν ταυτίζεται με κανένα μέρος του κόσμου ούτε ο κόσμος και ο άνθρωπος μπορούν να τον φτάσουν και να εξισωθούν μαζί του.

Ο Θεός είναι απεριόριστος και ως ανεξάντλητος μπορεί διαρκώς να παράγει και να συντηρεί. Η κίνηση της δημιουργικής καί ζωοποιητικής του ενέργειας είναι άπειρη και ευθεία. Δεν είναι αναγκαίο να γυρίζει πάλι στον εαυτό του και να ξαναπάει στην κτίση. Η έννοια της αναπλήρωσης κάποιας απώλειας στη ζωοποιητική θεία ενέργεια δεν υφίσταται στην Αγία Γραφή και διαφέρει ριζικά από τον αρχαιελληνικό μύθο. Ανάλογο παράδειγμα αντλούμε από τις μυστηριακές θεότητες που πεθαίνουν και ανασταίνονται κατά το πρότυπο της κυκλικής αναδημιουργίας της φύσης (Χειμώνας-Άνοιξη). Σε αντίθεση, ο Χριστός πεθαίνει και ανασταίνεται μία μόνο φορά για πάντα και κάτω από ένα τελείως διαφορετικό ιδεολογικό υπόβαθρο.

Έτσι στον χριστιανισμό έχουμε μια άλλη παράσταση του απείρου, που δεν περιγράφεται μόνο ως αυτό που δεν έχει αρχή και τέλος, αλλά κατά κύριο λόγο, ως μια πραγματικότητα που κινείται αιώνια και κατά ευθεία πορεία χωρίς κυκλική αναγκαιότητα.

Ο κύκλος αποκλείει κάθε έννοια δημιουργίας όπως την πρεσβεύει η Αγία Γραφή και η άπειρη ευθεία στη ζωοποιητική θεία ενέργεια επιβάλλει το γεγονός αυτής της δημιουργίας να βρίσκεται έξω από τα τα κλειστά περιγράμματα μιας νομοτέλειας. Οι φυσικοί νόμοι και η ιστορική πορεία υπάρχουν, γιατί ουσιώνονται και κατευθύνονται από τη θεία βούληση. Η θέωση αποτελεί μια εσχατολογική αναμονή και δεν μπορεί να θεωρηθεί στατικά τέλεια, καθώς τότε θα είχαμε σημεία ειδωλολατρίας.

Απομύθευση και Αποειδωλοποίηση

Ανάλογα με την αλήθεια και την ένταση βίωσης της μεταμορφώνεται και ο μύθος. Ο ίδιος ο μύθος εκφράζοντας μια χριστιανική αλήθεια αποειδωλοποιεί τον κόσμο και ταυτόχρονα μεταπλάσσεται και αναπλάσσεται.

Στην περίπτωση του παραδείσου και της κόλασης ο Θεός, ως πανταχού παρών άλλωστε, βρίσκεται παντού. Η ειδωλοποίηση όμως των εικόνων αυτών στερεί την δυναμική του μύθου. Οι δύο περιοχές δεν μπορεί να θεωρηθούν ως κτιστές όπως και το πυρ δεν μπορεί να είναι κτιστή φωτιά. Εξάπαντος πρόκειται για καταστάσεις υπερφυσικές που δεν μπορούν να περιγραφούν χωρίς τη βοήθεια του μύθου. Όπως ερμηνεύει ο Ιωάννης Δαμασκηνός: "και τούτο δε ειδέναι δει, ότι ο Θεός ου κολάζει τινά εν τω μέλλοντι, αλλ' έκαστος εαυτόν δεκτικόν ποιεί της μετοχής του Θεού" (Κατά Μανιχαίων PG 94, 1545D-1548A4). Η δόξα του Θεού είναι και στην κόλαση, άλλα το ότι οι άνθρωποι δεν μετέχουν σε αυτή ωφείλεται όχι σε κάποια δικαιική και μοιρολατρική τάξη, αλλά στην ελεύθερη κίνηση της ύπαρξης. Το είδωλο όμως αυτό της κόλασης, η ψυχή του ανθρώπου το καθιερώνει στην κοινωνική ζωή ως ενεργό φόβο και το φόβο αυτό μεταφέρει στη θεία περιοχή. Έτσι ο άνθρωπος θεωρεί πως η κατάσταση αυτή επιβάλλεται από τον θεό, μια κατάσταση που, παραδείγματος χάριν, προβάλλεται έντονα στις περιγραφές της Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο άνθρωπος υπό το καθεστώς του νόμου μεταθέτει στο θεό μια τιμωριτική συμπεριφορά που σχετίζεται με τις επιλογές του.

Ίσως το ζητούμενο στον Χριστιανισμό να μην είναι η απομύθευση αλλά η αποειδωλοποίηση καθώς τότε μόνο η μυθική γλώσσα χάνει την ακαμψία της. Μετά την αποειδωλοποίηση είναι πλέον δυνατή η σύζευξη του προσωπικού και χαρισματικού λόγου με το μύθο. Τα είδωλα με τις στατικές, αμετάπλαστες έννοιες και παραστάσεις, είναι εκείνα που απειλούν πάντοτε τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα του Χριστιανισμού και όχι ο μύθος.

Βλέπε επίσης

Βιβλιογραφία

  • "myth", The Concise Oxford Dictionary of Literary Terms. Christopher Baldick. Oxford University Press, 1996.
  • "myths", A Dictionary of English Folklore. Jacqueline Simpson and Steve Roud. Oxford University Press, 2000
  • Coupe Laurence, (1977), Myth, London: Routledge
  • Λόγος και Μύθος με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, Ν. Ματσούκα, εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, 1997
  • Ελληνική Μυθολογία και Τελετουργία, Walter Burkert, ΜΙΕΤ, 1997
  • Ιστορία της Φιλοσοφίας, Ν. Ματσούκα, εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, 1988
  • Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Ιωάννου Δαμασκηνού, εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, 1992