Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Ριβόσωμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Σχήμα 1: Η δομή του ριβοσώματος με τη μικρή υπομονάδα (A) και τη μεγάλη υπομονάδα (B). Πλάγια και πρόσθια άποψη. (1) Κεφαλή (2) Πλατφόρμα. (3) Βάση. (4) Διάκενο. (5) Κεντρική προεξοχή. (6) Όπισθεν. (7) Μίσχος. (8) Πρόσθια.
Σχήμα 1: Η δομή του ριβοσώματος με τη μικρή υπομονάδα (A) και τη μεγάλη υπομονάδα (B). Πλάγια και πρόσθια άποψη.
(1) Κεφαλή (2) Πλατφόρμα. (3) Βάση. (4) Διάκενο. (5) Κεντρική προεξοχή. (6) Όπισθεν. (7) Μίσχος. (8) Πρόσθια.

Το Ριβόσωμα είναι μια μικρή, δομική μονάδα του κυττάρου. Ο κύριος ρόλος της είναι η συνάθροιση πρωτεινών.

Πίνακας περιεχομένων

Ανακάλυψη των ριβοσωμάτων

Τα ριβοσώματα αποτελούν σημαντικές δομικές μονάδες του κυττάρου. Παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά στα μέσα των 1950 από έναν Ρουμάνο βιολόγο τον George Palade στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο και χαρακτηρίσθηκαν σαν πυκνά μόρια ή οργανίδια <ρef>G.E. Palade. (1955) "A small particulate component of the cytoplasm." J Biophys Biochem Cytol. Jan;1(1): pages 59-68. PMID 14381428</ref>, μελέτη που του χάρισε το Νόμπελ. Ο όρος ριβόσωμα προτάθηκε από τον επιστήμονα Richard B. Roberts το 1958[1].

Περιγραφή

Τα ριβοσώματα είναι περίπου 20nm σε διάμετρο και αποτελούνται από 65% ριβοσωμικό RNA και 35% ροβοσωμικές πρωτεΐνες που είναι γνωστές σαν ριβονουκλεοπρωτεΐνες. Στο ριβόσωμα το mRNA ή αγγελιοφόρο RNA μεταφράζεται ώστε να κτιστεί η πολυπεπτιδική αλυσίδα π.χ. μια πρωτεΐνη χρησιμοποιώντας αμινοξέα που μεταφέρονται με το μεταφορικό RNA ή tRNA. Το ριβόσωμα μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα τεράστιο ένζυμο αλλά παρότι ότι περιέχει πολλές πρωτεΐνες, οι ενεργοί υποδοχείς του αποτελούνται από RNA. Έτσι τα ριβοσώματα ταξινομούνται σήμερα σαν ριβοζύμη[2].

Ρόλος

Τα ριβοσώματα κτίζουν πρωτεΐνες χρησιμοποιώντας γενετικές πληροφορίες που βρίσκονται στο αγγελιοφόρο RNA. Τα ελέυθερα ριβοσώματα αιωρούνται στο κυτταρόπλασμα ή συνδέονται με το ενδοπλασματικό δίκτυο ή στην πυρηνική μεμβράνη. Δεδομένου ότι τα ριβοσώματα είναι ριβοζύμες θεωρούνται ότι έιναι εξελικτική μορφή του RNA.[3].

Ενώ η κατάλυση του πεπτιδικού δεσμού ενέχει την υδροξυλίωση του C2' του φωσφόρου της αδενοσίνης του tRNA με έναν μηχανισμό παλινδρόμησης πρωτωνίων, η συνολική λειτουργία των ριβοσωμάτων (π.χ. μετακίνηση) εξαρτάται από τις αλλαγές της πρωτεινικής διάταξης. Η δομή και λειτουργεία των ριβοσωμάτων και των συνδεδεμένων μορίων που είναι γνωστά σαν συσκευή μετάφρασης αποτέλεσε το επίκεντρο επιστημονικής μελέτης από το 1920 και αποτελεί ακόμα και σήμερα πεδίο ιδιαίτερα ενεργής μελέτης.

Υπομονάδες

Τα ριβοσώματα αποτελούνται από 2 υπομονάδες που συνδέονται μεταξύ τους και συνεργάζονται στην μετάφραση του mRNA σε πολυπεπτιδική αλυσίδα κατά τη διάρκεια της πρωτεινοσύνθεσης. Στα προκαρυωτικά κύτταρα οι υπομονάδες αποτελούνται απο1-2 ενώ τα ευκαρυωτικά κύτταρα από 1 εώς 3 πολύ μεγάλα μόρια RNA (ριβοσωμικό RNA ή rRNA) και πολλά μικρότερα πρωτεινικά μόρια. Μελέτες με κρυσταλλογραφία ότι δεν υπάρχουν ριβοσωμικές πρωτεΐνες κοντά στο σημείο αντίδρασης της σύνθεσης της πολυπεπτιδικής αλυσίδας. Αυτό το έυρημα υπαινίσσεται ότι τα πρωτεινικά συστατικά των ριβοσωμάτων δρούνε περισσότερο εμμέσως σαν το σκελετό που ίσως ενισχύει την ικανότητα του rRNA να συνθέτει πρωτεΐνες παρά άμεσα με το να συμμετέχουν στην κατάλυση.


Αναφορές

  1. Roberts, R. B., editor. (1958) "Introduction" in Microsomal Particles and Protein Synthesis. New York: Pergamon Press, Inc.
  2. Rodnina MV, Beringer M, Wintermeyer W (2007). "How ribosomes make peptide bonds". Trends Biochem. Sci. 32 (1): 20-6. DOI:10.1016/j.tibs.2006.11.007.
  3. Cech T (2000). "Structural biology. The ribosome is a ribozyme". Science 289 (5481): 878-9.


Εξωτερικοί σύνδεσμοι