Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Φωνολογία της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Πίνακας περιεχομένων

Φωνήεντα

Η κλασική γλώσσα διέκρινε τα μακρά από τα βραχέα φωνήεντα. Η Αττική διάλεκτος φαίνεται, μέσω επανασυνθέσεως, ότι διέθετε πέντε βραχέα και επτά μακρά φωνήεντα. Είναι δύσκολο να εξακριβωθεί η ακριβής προφορά τους ανά δεδομένη χρονική περίοδο, αλλά το ακόλουθο σχήμα που προτείνεται στο κλασικό εγχειρίδιο του Allen (1987 γ΄ έκδ., ελλ. μτφρ. 2000) είναι ευρέως αποδεκτό. Στους ακόλουθους πίνακες παρουσιάζεται η προφορά εκάστου φωνήεντος με βάση το Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο σε αντιστοιχία προς τη γραφή του, όπως εμφανιζόταν στην παραδεδεγμένη Αττική ορθογραφία.

Βραχέα φωνήεντα

  Πρόσθια φωνήεντα Οπίσθια φωνήεντα
  Μη στρογγύλα φωνήεντα Στρογγύλα φωνήεντα Μη στρογγύλα φωνήεντα Στρογγύλα φωνήεντα
Κλειστά φωνήεντα /i/ ι /y/ υ    
Ημίκλειστα φωνήεντα /e/ ε     /o/ ο
Ανοικτό φωνήεν /a/ α

Μακρά φωνήεντα

  Πρόσθια φωνήεντα Οπίσθια φωνήεντα
  Μη στρογγύλο φωνήεν Στρογγύλα φωνήεντα Μη στρογγύλα φωνήεντα Στρογγύλα φωνήεντα
Κλειστά φωνήεντα /iː/ ι /yː/ υ    
Ημίκλειστα φωνήεντα /eː/ ει     /oː/ ου
Ημιάνοικτα φωνήεντα /ɛː/ η     /ɔː/ ω
Ανοικτό φωνήεν /aː/ α


Σχόλια:

Τα πρόσθια κλειστά στρογγύλα φωνήεντα /y/ και /yː/ παριστάνονται στη γραφή με το γράμμα ύψιλον ανεξαρτήτως της μακρότητάς τους. Φαίνεται ότι σε πρωιμότερο στάδιο η προφορά τους υπήρξε [u] και [uː], όμως είναι δύσκολο να καθορίσουμε επακριβώς πότε συνέβη η προσθίωση. Προφανώς μεσολάβησε στάδιο κατά το οποίο προφέρονταν ως κεντρικά κλειστά στρογγύλα φωνήεντα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προσθίωση δεν συνέβη σε όλες τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, αλλά επικράτησε κατόπιν στην Ελληνιστική Κοινή. Η αποστρογγύλωση και ο ιωτακισμός (προφορά /i/) πρέπει να οριστικοποιήθηκαν κατά τον 10ο αιώνα (την περίοδο της Μεσαιωνικής Ελληνικής), πολλούς αιώνες μετά την απώλεια της διακρίσεως μεταξύ μακρού και βραχέος ύψιλον.

To φωνήεν /ɛː/ (που γράφεται ως η) πιθανώς ξεκίνησε ως ανοικτό [ē] και κατόπιν αρθρώθηκε αρκετά χαμηλά, ίσως εγγύτερα προς το [æ:].

Τα μεσαία βραχέα φωνήεντα θεωρούνται ότι αρχικώς είχαν ημίκλειστη προφορά, αλλά ενδέχεται να είχαν αντίστοιχα ανοικτά αλλόφωνα [ɛ] και [ɔ].

Τα μακρά ημίκλειστα φωνήεντα /eː/ και /oː/ έχουν περίπλοκη ιστορία. Σε ορισμένα περιβάλλοντα προέρχονται από τις ψευδοδιφθόγγους ή νόθες διφθόγγους [ei] και [ou] αντιστοίχως, οι οποίες έχουν παρήχθησαν κυρίως από συναίρεση. Σε αρκετές περιπτώσεις προήλθαν από έκταση βραχέος /e/ ή /o/, που επήλθε ως αναπλήρωση της απώλειας / σιγήσεως ακολουθούντος συμφώνου ή συμφωνικού συμπλέγματος (αντέκταση). Παραδείγματα: λυθείς, λύουσι < *λυθέντς, *λύοντσι, δηλ. [luents], [luontsi]. Σε άλλες περιπτώσεις το /eː/ προήλθε από συναίρεση του <εε>, το δε /oː/ από συναίρεση των <εο>, <οε>, <oo>, πράγμα που βεβαιώνεται από τους ασυναίρετους τύπους, οι οποίοι παραδίδονται στις διαλέκτους. Αφότου οι αρχικές (κληρονομηθείσες) δίφθογγοι απώλεσαν τη διφθογγική προφορά τους και τράπηκαν σε μακρά φωνήεντα /eː/ και /oː/, ίσως ήδη στους κλασικούς χρόνους, οι γραφές ει και ου αποτέλεσαν κατάλληλη σύμβαση για την παράσταση των νέων φθόγγων, ασχέτως της προελεύσεώς τους. Για λόγους ακριβείας, όταν οι γραφές ει και ου αντιστοιχούν σε αρχικές διφθόγγους, αποκαλούνται "γνήσιες δίφθογγοι", ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις (που έχουν προκύψει από συναίρεση ή αντέκταση) αποκαλούνται "νόθες δίφθογγοι".

Πιθανώς ήδη κατά την κλασική περίοδο, αμφότερα τα φωνήεντα /eː/ και /oː/ παρουσιάζουν ύψωση και κλειστοποίηση σε [iː] και [uː] αντιστοίχως. Ως εκ τούτου, το φωνηέν /eː/ (ει) συγχωνεύθηκε με το αρχικό /iː/, το δε /oː/ (ου) κατέλαβε τη θέση του πρωιμότερου φωνήματος /uː/, το οποίο, όπως ελέχθη, είχε ήδη προσθιωθεί σε /yː/. Το γεγονός ότι ουδέποτε παρατηρήθηκε σύγχυση μεταξύ <υ> και <ου> σημαίνει ότι το φωνήεν <υ> προσθιώθηκε πριν από την κλειστοποίηση του <ου> ή ότι οι δύο φωνηεντικές μεταβολές συνέβησαν συγχρόνως.


Δίφθογγοι

Η Αρχαία Ελληνική γλώσσα διέθετε αρκετές διφθόγγους, οι οποίες ήταν όλες κλειστές, καθώς έληγαν είτε σε /i/ είτε σε /u/ ως καθοδικό ημίφωνο.

Το προτακτικό στοιχείο τής διφθόγγου ήταν είτε βραχύ είτε μακρό, πράγμα που οδήγησε στις ακόλουθες ποικιλίες / δυνατότητες:

  Πρόσθιες καθοδικές δίφθογγοι Οπίσθιες καθοδικές δίφθογγοι
Βραχύ προτακτικό /ai/, /oi/, /yi/, (/ei/)
αι, οι, υι, (ει)
/au/, /eu/, (/ou/)
αυ, ευ, (ου)
Μακρό προτακτικό /aːi/, /ɛːi/, /ɔːi/
ᾱι, ηι, ωι
(ᾳ, ῃ, ῳ)
/ɛːu/, (/ɔːu/)
ηυ, (ωυ)


Οι δίφθογγοι εξελίχθηκαν ποικιλοτρόπως κατά την κλασική περίοδο και έπειτα από αυτήν. Οι ει και ου είχαν ήδη μονοφθογγισθεί και τραπεί σε μακρά κλειστά φωνήεντα (βλ. προηγούμενη υποενότητα). Οι υπόλοιπες πρόσθιες δίφθογγοι μονοφθογγίσθηκαν επίσης και αυτό συνέβη αρκετά νωρίς, πιθανώς ήδη την κλασική περίοδο ή αμέσως μετά, όπως στην περίπτωση των μακρών διφθόγγων ᾱι, ηι, ωι, οπότε το καθοδικό ημίφωνο σιγήθηκε και αντιπροσωπεύθηκε έκτοτε στη γραφή με τη μορφή τού υπογεγραμμένου ιώτα (ᾳ, ῃ, ῳ). Η δίφθογγος /ai/ αι μονοφθογγίσθηκε σε [εː] στη μετακλασική Ελληνική (αφού μεσολάβησε ενδιάμεσο στάδιο /æ/) και, μετά την απώλεια της διακρίσεως μακρών και βραχέων κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, συγχωνεύθηκε με το απλό /e/ ε. Οι δίφθογγοι /oi/ (οι) και /yi/ (υι) συγχωνεύθηκαν με το /yː/ (υ) και τον 10ο αιώνα οδηγήθηκαν επίσης σε ιωτακισμό, δηλ. σε προφορά /i/.

Στις οπίσθιες διφθόγγους αυ, ευ, ηυ, το ημίφωνο απέκτησε συμφωνική αξία κατά την ελληνιστική εποχή και τελικά τράπηκε σε /v/ (/av, ev, iv/, πριν από φωνήεντα ή ηχηρά σύμφωνα) ή /f/ (/af, ef, if/, πριν από άηχα σύμφωνα). Η δίφθογγος ωυ ήταν ήδη σπάνια και δεν απαντά στην κλασική Αττική διάλεκτο (απαντά όμως στην Ιωνική).


Σύμφωνα

Εν αντιθέσει με την εξέλιξη των φωνηέντων, οι κατηγορίες των συμφώνων μαρτυρούν αξιοσημείωτη σταθερότητα και τάση προς σαφέστερη διάκριση των επί μέρους τάξεων.

Κλειστά

Οι ακόλουθες τάξεις συμφώνων {π, β, φ}, {τ, δ, θ}, {κ, γ, χ} αποκαλούνται κλειστά σύμφωνα (δηλ. στιγμιαία, όχι διαρκή). Οι αρχαίοι γραμματικοί (ξεκινώντας από την Ποιητική του Αριστοτέλη) τα ονόμαζαν από κοινού ἄφωνα.


Παραδοσιακή ονομασία Φωνητική περιγραφή Διχειλικά Οδοντικά Ουρανισκόφωνα
Ψιλά (Tenues) Άηχα /p/ π /t/ τ /k/ κ
Μέσα (Mediae) Ηχηρά /b/ β /d/ δ /ɡ/ γ
Δασέα (Aspiratae) Δασέα Άηχα /pʰ/ φ /tʰ/ θ /kʰ/ χ


Τα ηχηρά κλειστά (Mediae) {β, δ, γ} τράπηκαν αργότερα σε ηχηρά τριβόμενα ([v], [ð], [ɣ] ~ [ʝ]), ενώ τα δασέα {φ, θ, χ} τράπηκαν σε άηχα τριβόμενα ([f], [θ], [x] ~ [ç]), διατηρώντας αυτή την προφορά μέχρι σήμερα (στη Νέα Ελληνική). Θεωρείται ότι οι αλλαγές συνέβησαν ήδη κατά τους ύστερους κλασικούς χρόνους, μάλλον ξεκινώντας από το ηχηρό ουρανισκόφωνο [ɡ] > [ɣ] ~ [ʝ] (πιθ. 3ος αι. π.Χ.), και ολοκληρώθηκαν την περίοδο της Ελληνιστικής Κοινής κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, οπότε αποδασύνθηκε η σειρά των δασέων συμφώνων.

Η μεταβολή των χειλικών συμφώνων {β, φ} πρέπει να συνέβη με τη μεσολάβηση ενδιάμεσου σταδίου προφοράς των {β, φ} ως διχειλικών τριβομένων [β], [ɸ], ενώ σήμερα έχουν αποκτήσει, όχι διχειλική, αλλά χειλοδοντική προφορά.

(υπό επεξεργασία)